Σε μια πολιτική συγκυρία όπου αναδύονται νέα, αμφιλεγόμενα πρόσωπα και κόμματα, και καθώς οι εκλογικές αναμετρήσεις πλησιάζουν, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί μια συνειδητή μετατόπιση του πολιτικού παιχνιδιού. Αντί της κλασικής προεκλογικής πόλωσης, επιλέγει να μεταφέρει την αντιπαράθεση στο θεσμικό πεδίο, ανοίγοντας τη συζήτηση για μια τολμηρή συνταγματική αναθεώρηση. Ο χρόνος της πρωτοβουλίας μόνο τυχαίος δεν είναι. Πρόκειται για στρατηγική επιλογή του Μεγάρου Μαξίμου με στόχο τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας και τον επαναπροσδιορισμό των όρων της αντιπαράθεσης.
Η ανάγκη εκσυγχρονισμού ενός Συντάγματος που αντανακλά κυρίως τις ανάγκες του προηγούμενου αιώνα είναι υπαρκτή. Ζητήματα θεσμικής σταθερότητας, λογοδοσίας και δημοσιονομικής αξιοπιστίας καθιστούν αναγκαίες αλλαγές που υπερβαίνουν τα στενά κομματικά όρια. Ωστόσο, οι ευρείες συναινέσεις που απαιτεί μια τέτοια διαδικασία αποτελούν δοκιμασία πολιτικής ωριμότητας, συνέπειας και επάρκειας – πρωτίστως για τη μείζονα αντιπολίτευση.
Ποιος, αλήθεια, διαφωνεί με την αλλαγή του άρθρου 86 περί ευθύνης υπουργών; Ποιος μπορεί να απορρίψει την ενίσχυση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης μέσω της επιλογής της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων από τους ίδιους τους δικαστές; Ποιος αντιλέγει στη θεσμική θωράκιση του Προέδρου της Δημοκρατίας με εξαετή θητεία ή στις δικλίδες μόνιμης δημοσιονομικής ισορροπίας;
Κι όμως, στο πεδίο των μη κρατικών πανεπιστημίων αναδεικνύονται έντονες εσωτερικές τριβές στα κόμματα της αντιπολίτευσης, αποκαλύπτοντας αντιφάσεις και αδυναμία ενιαίας γραμμής. Τα κόμματα αυτά είναι πλέον αναγκασμένα να αγωνιστούν στην πολιτική αρένα που επέλεξε ο Μητσοτάκης. Το ερώτημα είναι σαφές: θα σηκώσουν το γάντι με όρους ουσίας ή θα καταφύγουν στην εύκολη κομματική αντιπαράθεση; Η απάντηση θα δείξει αν μπορούν να ανταποκριθούν στην πρόκληση και να αποδείξουν δημοκρατική ωριμότητα.










