Σε ένα Κοινοβούλιο όπου η ανακατανομή ψήφων, οι ρευστές δημοσκοπήσεις και ο αυξανόμενος κατακερματισμός διαμορφώνουν ένα ασταθές πολιτικό περιβάλλον, η περίπτωση της Πλεύσης Ελευθερίας λειτουργεί ως ένα ηχηρό καμπανάκι. Η πολιτική επιβίωση δεν εξαρτάται αποκλειστικά από την εκλογική απήχηση, αλλά –ίσως κυρίως– από την εσωτερική συνοχή, η οποία συχνά αποδεικνύεται πιο εύθραυστη από την ίδια την εκλογική μάχη.
Η ζωή Κωνσταντοπούλου έχει μάθει βέβαια να κινείται στα όρια , ωστόσο στην
Η ανεξαρτητοποίηση της Ελένης Καραγεωργοπούλου μείωσε την κοινοβουλευτική δύναμη του κόμματος από έξι σε πέντε βουλευτές, δηλαδή στο ελάχιστο θεσμικό όριο για τη διατήρηση της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Τυπικά, η Πλεύση Ελευθερίας εξακολουθεί να υφίσταται ως κοινοβουλευτικός σχηματισμός. Ουσιαστικά, όμως, εισέρχεται σε μια περίοδο οριακής πολιτικής αντοχής, όπου κάθε επόμενη κίνηση αποκτά δυσανάλογο βάρος.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το πολιτικό μήνυμα της αποχώρησης, καθώς αυτή σημειώνεται σε μια χρονική συγκυρία όπου το κόμμα εμφανίζει υψηλή δημοσκοπική δυναμική, ακόμη και ως δεύτερη πολιτική δύναμη σε ορισμένες μετρήσεις. Το γεγονός αυτό εντείνει τα ερωτήματα για το κατά πόσο η εκλογική άνοδος συνοδεύεται από στιβαρή εσωτερική δομή.
Το θεσμικό πλαίσιο είναι αμείλικτο: αν χαθεί έστω και ένας ακόμη βουλευτής, η Πλεύση Ελευθερίας χάνει την Κοινοβουλευτική της Ομάδα, μαζί με τα προνόμια, τον χρόνο λόγου και τη θεσμική της επιρροή. Το προηγούμενο του 2018, με τους ΑΝΕΛ και την Ένωση Κεντρώων, υπενθυμίζει ότι τέτοιες εξελίξεις δεν είναι θεωρητικές.
Η αποχώρηση της κ. Καραγεωργοπούλου, η οποία μέχρι πρότινος θεωρείτο πρόσωπο εμπιστοσύνης της Ζωής Κωνσταντοπούλου, δεν είναι απλώς αριθμητική απώλεια. Είναι ένα πολιτικό γεγονός που ταράζει τα νερά και αποκαλύπτει πως, για τα μικρά κόμματα, η μεγαλύτερη απειλή συχνά δεν έρχεται απ’ έξω, αλλά από μέσα.











