Θερμό από κάθε άποψη αναμένεται να είναι το 2026 σε Αιγαίο και Νοτιοανατολική Μεσόγειο και, όπως όλα δείχνουν, τα «ήρεμα νερά» πρέπει να θεωρούνται ήδη παρελθόν μετά τη θεαματική διπλωματική αντεπίθεση της Ελλάδας την περασμένη χρονιά και με την Τουρκία να βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα μιας στρατηγικού χαρακτήρα γεωπολιτικής απομόνωσης. Κάτι που αποτυπώθηκε με σαφή τρόπο, στο λυκαυγές του νέου έτους, και στα πρωτοχρονιάτικα μηνύματα του Ταγίπ Ερντογάν και του Γιασάρ Γκιουλέρ. Χρησιμοποιώντας σκληρή ρητορική, ο Τούρκος πρόεδρος στο βιντεοσκοπημένο μήνυμά του επανέλαβε το αφήγημα σχετικά με τη «Γαλάζια Πατρίδα», στέλνοντας παράλληλα απειλητικά μηνύματα σε Αθήνα, Λευκωσία και Τελ Αβίβ. Τόνισε πως η Τουρκία παρακολουθεί στενά τις αυξανόμενες προκλήσεις και τις απειλές κατά των συμφερόντων της αλλά και του «τουρκοκυπριακού λαού» στην Ανατολική Μεσόγειο και στη συνέχεια ανέφερε, θέλοντας να υπογραμμίσει πως η τουρκική πλευρά δεν θα καθίσει με σταυρωμένα τα χέρια: «Θέλω να γνωρίζουν ότι δεν θα ανεχθούμε τετελεσμένα, κλοπές ή πειρατεία στη Γαλάζια Πατρίδα μας». Ακολούθησε ο Γκιουλέρ, ο οποίος αναφέρθηκε στην «ακλόνητη αποφασιστικότητα» της Τουρκίας να υπερασπιστεί τα συμφέροντά της στο Αιγαίο, στην Κύπρο και στην Ανατολική Μεσόγειο, τονίζοντας πως η χώρα του «πάντα επιθυμούσε να διατηρεί καλές σχέσεις με την Ελλάδα και να επιλύει τις διαφορές μέσω προσέγγισης “win-win”. Η αποφασιστικότητα και η ικανότητά μας να προστατεύουμε τα δικαιώματά μας απέναντι σε προσπάθειες δημιουργίας τετελεσμένων και παράνομων ενεργειών στην Κύπρο, στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο είναι ακλόνητες», δήλωσε ο Τούρκος υπουργός Άμυνας, προσθέτοντας ότι «δεν θα είναι ποτέ αποδεκτό οποιοδήποτε βήμα γίνεται χωρίς την Τουρκία».
Σε κάθε περίπτωση το 2026 για την Ελλάδα αναμένεται πλούσιο σε διπλωματική δραστηριότητα, καθώς μέσα στους επόμενους τρεις μήνες ξεκινά ο έκτος γύρος του στρατηγικού διαλόγου με τους Αμερικανούς με την επίσκεψη του Μάρκο Ρούμπιο στην Αθήνα. Η άφιξη του Αμερικανού υπουργού Εξωτερικών αρχικά είχε τοποθετηθεί για τον περασμένο Δεκέμβριο, ωστόσο λόγω επιπλοκών από το «shutdown» της αμερικανικής κυβέρνησης αναβλήθηκε για το πρώτο δίμηνο της χρονιάς που διανύουμε. Το βέβαιο είναι ότι σε αυτήν τη φάση η Ουάσινγκτον επιθυμεί να μην υπάρξουν εντάσεις στην περιοχή ώστε να τρέξουν και τα μεγάλα ενεργειακά projects με συμμετοχή αμερικανικών ενεργειακών κολοσσών, εκ παραλλήλου με τη λειτουργία του Κάθετου Διαδρόμου με στόχο τον οριστικό εκτοπισμό των Ρώσων από την ευρωπαϊκή ενεργειακή αγορά. Και αυτό εντέλει διαμηνύεται μέσω των επικοινωνιακών διαύλων του Λευκού Οίκου τόσο προς την Αθήνα όσο και προς την Άγκυρα.
H Τουρκία ωστόσο φαίνεται να βιώνει ένα θηριώδες στρατηγικό αδιέξοδο, καθώς
α) θα πρέπει να βρει τρόπους να ακυρώσει τη συμφωνία με τους Ρώσους για τους S-400, μια καθ’ όλα ταπεινωτική εξέλιξη που δεν πρόκειται να γίνει αποδεκτή από τον Βλαντίμιρ Πούτιν και
β) να μειώσει την εξάρτησή της από το ρωσικό φυσικό αέριο, του οποίου είναι από τους πιο σημαντικούς αγοραστές.
Την ώρα δε που οι εξαγωγές των Ρώσων προς την Ευρώπη καταρρέουν, καταγράφοντας ιστορικά χαμηλά επίπεδα το 2025 και πτώση της τάξης του 44% σε σχέση με το 2024. Στον αντίποδα αυτού του τουρκικού αδιεξόδου, η Ελλάδα αναγνωρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες και τη διοίκηση Τραμπ ως αξιόπιστος εταίρος, όπως άλλωστε φάνηκε στην πρόσφατη υπογραφή των ενεργειακών συμφωνιών, οι οποίες πέραν του οικονομικού αντίκτυπου διατηρούν ξεκάθαρη γεωπολιτική διάσταση. Εντέλει αυτές οι θετικές εξελίξεις για τα εθνικά συμφέροντα απαντούν και στις ανησυχίες του προηγούμενου διαστήματος ότι ο Ταγίπ Ερντογάν, λόγω και της καλής διαπροσωπικής σχέσης που διατηρεί με τον Αμερικανό πρόεδρο, θα είχε τον πρώτο λόγο στην ευρύτερη περιοχή της ΝΑ Μεσογείου.
Παράλληλα μέσα στο ίδιο τρίμηνο αναμένονται και οι τεχνικές συνομιλίες της Αθήνας με την Τρίπολη για οριοθέτηση των θαλάσσιων ζωνών εν αναμονή και της αμερικανικής παρέμβασης. Ταυτόχρονα θα τρέξουν οι επαφές και οι διεργασίες ώστε να γίνει πραγματικότητα η διάσκεψη των χωρών της ΝΑ Μεσογείου 5Χ5, που έχει προτείνει η ελληνική πλευρά, αν και η υλοποίησή της αναμένεται να σκοντάψει στην απροθυμία χωρών όπως η Τουρκία, καθώς η ελληνική διπλωματία έχει θέσει ως όρο η συζήτηση να γίνει στη βάση του Διεθνούς Δικαίου και του Δικαίου της Θάλασσας. Πρόκειται πάντως για εξέλιξη την οποία ο αμερικανικός παράγοντας αναμένεται να υποστηρίξει σθεναρά. Όπως και να έχει, και μόνο το γεγονός ότι η Ελλάδα αναλαμβάνει πρωτοβουλίες αυτού του τύπου, ως πρωταγωνίστρια πλέον, με στόχο τη συνεργασία και την εκτόνωση των εντάσεων σε μια ιδιαίτερη γεωπολιτική συγκυρία και σε εκτενή γεωγραφικό ορίζοντα, ενισχύει το διεθνές αποτύπωμα της χώρας. Όσον αφορά τη συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν στην Άγκυρα στο πλαίσιο του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας, παραμένει στον αέρα, καθώς δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί χρονικά. Αν όμως οι εντάσεις με ευθύνη της Τουρκίας μεταφερθούν από την προκλητική ρητορική στο πεδίο της ΝΑ Μεσογείου και στο Αιγαίο, τότε οδεύουμε προς την οριστική ματαίωση.
Εφημερίδα Απογευματινή









