Περιπλέκονται ακόμη περισσότερο οι σχέσεις της Τουρκίας με τη Δύση, ειδικότερα με τις Ηνωμένες Πολιτείες, μετά την αιφνιδιαστική απόφαση της Άγκυρας να καταργήσει την υποχρέωση θεώρησης βίζας για τους Κινέζους πολίτες. Η απόφαση τέθηκε σε ισχύ χθες, με τη δημοσίευση στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, και όπως όλα δείχνουν η Τουρκία, σε μια συγκυρία κατά την οποία κινδυνεύει να βρεθεί στο περιθώριο των γεωπολιτικών εξελίξεων, επιχειρεί να επανακαθορίσει το διεθνές αποτύπωμά της με μάλλον σπασμωδικές πρωτοβουλίες έμπλεες μεγάλων ρίσκων. Και αυτό καθώς η συγκεκριμένη κίνηση, η οποία συνιστά σαφές διπλωματικό άνοιγμα της Άγκυρας προς το Πεκίνο, γίνεται σε μια περίοδο κατά την οποία οι Τούρκοι αντιμετωπίζονται με καχυποψία από τους Αμερικανούς και με εχθρότητα από τους Ισραηλινούς. Και ταυτόχρονα βλέπουν την Ελλάδα να ισχυροποιείται διπλωματικά, έχοντας παράλληλα ανακτήσει στρατιωτικό πλεονέκτημα στον αέρα και προσεχώς και στη θάλασσα με τις νέες φρεγάτες. Βλέπουν επίσης τις προσπάθειές τους να εξισορροπήσουν το αεροπορικό μειονέκτημα, προσπαθώντας να επανέλθουν στο πρόγραμμα των F-35, να πέφτουν στο κενό παρά τις αόριστες διαβεβαιώσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Έχοντας επίγνωση στα τουρκικά επιτελεία ότι το Εurofighter δεν μπορεί να αποτελέσει αξιόπιστη απάντηση απέναντι στα ελληνικά Rafale και τα F-35, που καταφθάνουν σε δύο χρόνια, καθώς και απέναντι στα αναβαθμισμένα F-16 της ελληνικής Πολεμικής Αεροπορίας. Ο Αμερικανός πρόεδρος επιλέγει να χαϊδεύει λεκτικά τον Ταγίπ Ερντογάν στην προσπάθεια της Ουάσινγκτον να κρατηθεί η Τουρκία στο άρμα της Δύσης, η πραγματικότητα όμως θεωρείται εξαιρετικά δυσχερής για την τουρκική πλευρά. Η επανένταξη άλλωστε στο πρόγραμμα των F-35 προϋποθέτει μια ολόκληρη σειρά από υποχρεώσεις που θα χρειαστεί να αναλάβει έναντι της αμερικανικής Γερουσίας, με πρώτη την επιστροφή των S-400 στη Ρωσία.
Στην παρούσα φάση οι σχέσεις Τουρκίας και Κίνας δείχνουν γενικά αναβαθμισμένες, άλλωστε η τουρκική διπλωματία πάντα κοίταζε προς τα ανατολικά, θεωρώντας πως η χώρα θα μπορούσε να διαδραματίσει στρατηγικό ρόλο μέσω του Δρόμου του Μεταξιού που θα την ένωνε με τις τουρκογενείς χώρες στην Κεντρική Ασία. Σε γενικές γραμμές όμως η Κίνα πάντα αντιμετώπιζε με επιφύλαξη τις τουρκικές φιλοδοξίες στην Κεντρική Ασία, ενώ από την άλλη η Τουρκία κινούμενη στο δόγμα του παντουρκισμού κρυβόταν πίσω από πρωτοβουλίες των Ουιγούρων για μεγαλύτερη αυτονομία – θέμα που διαχρονικά αποτελούσε «αγκάθι» στις σχέσεις Άγκυρας – Πεκίνου. Η τουρκογενής μουσουλμανική μειονότητα, που ζει στην αυτόνομη περιοχή της Σιντζιάνγκ, αριθμεί περίπου 12.000.000, η συγκεκριμένη όμως επαρχία είναι η μεγαλύτερη σε έκταση διοικητική περιφέρεια της Κίνας και θεωρείται στρατηγικής σημασίας για την κινεζική οικονομία λόγω του πλούσιου σε πρώτες ύλες υπεδάφους.
Γεγονός πάντως είναι ότι μετά την απόφαση για κατάργηση της βίζας οι αναζητήσεις πτήσεων από την Κίνα προς την Τουρκία τριπλασιάστηκαν. Σύμφωνα με το νέο καθεστώς, οι κάτοχοι κινεζικών κοινών διαβατηρίων θα μπορούν να επισκέπτονται την Τουρκία για τουρισμό ή να τη χρησιμοποιούν ως χώρα διέλευσης χωρίς να απαιτείται βίζα, με μέγιστη παραμονή 90 ημερών ανά 180ήμερο. Η απόφαση αναμένεται να αυξήσει θεαματικά την παρουσία Κινέζων τουριστών και επιχειρήσεων στη γειτονική χώρα. Ήδη η κινεζική BYD έχει υπογράψει συμφωνία για την κατασκευή εργοστασίου ηλεκτρικών οχημάτων στη Μανίσα, το οποίο αναμένεται να λειτουργήσει εντός του 2026, μετατρέποντας την Τουρκία σε πύλη εισόδου στην ευρωπαϊκή αγορά των ηλεκτρικών αυτοκινήτων μέσω της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – ΕΕ.
Εφημερίδα Απογευματινή










