Η σύλληψη του Μαδούρο δεν είναι απλώς μια κορύφωση της αντιπαράθεσης με μια αυταρχική κυβέρνηση που κατηγορείται εδώ και χρόνια για καταστολή, διαφθορά και εμπλοκή σε παράνομα δίκτυα. Φέρνει στην επιφάνεια ταυτόχρονα τρία πεδία: τη συνταγματική τάξη των ίδιων των ΗΠΑ, το Διεθνές Δίκαιο και τη στρατηγική λογική της αμερικανικής ισχύος, σε μια εποχή όπου η έννοια της «κυριαρχίας» χρησιμοποιείται, διαστρέφεται και εργαλειοποιείται.
Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, τον οποίο οι ΗΠΑ έχουν επικυρώσει, προβλέπει στο Άρθρο 2 (4) ότι ένα κράτος δεν μπορεί να χρησιμοποιήσει βία στο κυρίαρχο έδαφος άλλου κράτους χωρίς συγκατάθεση, χωρίς αυτοάμυνα ή χωρίς εξουσιοδότηση του Συμβουλίου Ασφαλείας.
Εδώ δεν κρίνεται μόνο η τύχη ενός καθεστώτος. Κρίνεται το προηγούμενο που δημιουργείται για το τι επιτρέπεται να κάνει μια υπερδύναμη, όταν κρίνει ότι η ιστορία τής χρωστά μια «λύση». Άλλο είναι να ισχυριστείς ότι συνέλαβες έναν κατηγορούμενο στο πλαίσιο δίωξης για εγκληματικές πράξεις και άλλο να διακηρύξεις ότι θα ασκήσεις διοίκηση σε κυρίαρχη χώρα, έστω «προσωρινά».
Η δημόσια θέση του Τραμπ φάνηκε να στηρίζεται στην ιδέα ότι αρκεί η συνεργασία της αντιπροέδρου του Μαδούρο, Ντέλσι Ροντρίγκες, ώστε η «διοίκηση» να μην απαιτήσει άμεση αμερικανική στρατιωτική παρουσία. Ερωτηθείς αν αμερικανικά στρατεύματα θα αναπτυχθούν για να βοηθήσουν στη διακυβέρνηση της Βενεζουέλας, απάντησε ουσιαστικά ότι όχι, εφόσον η αντιπρόεδρος «κάνει αυτό που θέλουμε». Η φράση αυτή όμως δημιουργεί μεγαλύτερα ερωτήματα από όσα λύνει: τι ακριβώς σημαίνει «να κάνει αυτό που θέλουμε» μια συνταγματικά προβλεπόμενη διάδοχος εξουσίας; Και τι θα συμβεί αν αρνηθεί;
Ο Τσακ Σούμερ, ηγέτης του αντιπολιτευόμενου Δημοκρατικού Κόμματος στη Γερουσία των ΗΠΑ, τόνισε: «Η έναρξη στρατιωτικής δράσης χωρίς έγκριση του Κογκρέσου και χωρίς αξιόπιστο σχέδιο για το τι ακολουθεί είναι απερίσκεπτη. Η ιδέα ότι ο Τραμπ σκοπεύει τώρα να διοικήσει τη Βενεζουέλα θα έπρεπε να προκαλεί φόβο στις καρδιές όλων των Αμερικανών. Ο αμερικανικός λαός το έχει ξαναδεί αυτό και έχει πληρώσει καταστροφικό τίμημα».
Αν η συζήτηση περιοριστεί στο αν ο Μαδούρο είναι αυταρχικός -που αναμφίβολα είναι-, κινδυνεύει να χάσει την ουσία. Διότι η σύλληψη ενός ηγέτη δεν ισοδυναμεί με πολιτική λύση, ιδιαίτερα σε ένα κράτος όπου συνυπάρχουν ένοπλες ομάδες, παρακρατικοί μηχανισμοί, διαβρωμένοι θεσμοί και οικονομικά συμφέροντα που έχουν μάθει να επιβιώνουν μέσα στο χάος.
O Μαδούρο μπορεί να έφυγε, αλλά οι κατασταλτικοί μηχανισμοί παραμένουν και η αντιπολίτευση δεν διαθέτει ένοπλη ισχύ για να ελέγξει τους δρόμους, προϋπόθεση στοιχειώδης για να κυβερνήσει. Αυτό ακριβώς καθιστά τη δήλωση Τραμπ «θα τρέξουμε τη χώρα» ακόμη πιο επικίνδυνη: προϋποθέτει έλεγχο που δεν φαίνεται να υπάρχει, άρα οδηγεί είτε σε αναδίπλωση είτε σε κλιμάκωση.
Τα ερωτήματα που ανοίγουν δεν είναι συγκυριακά. Θα καθορίσουν όχι μόνο τι θα συμβεί στη Βενεζουέλα αλλά και ποια μορφή θα πάρει η αμερικανική ισχύς τα επόμενα χρόνια. Και κυρίως, αν η επίκληση της δημοκρατίας θα εξακολουθεί να έχει περιεχόμενο, όταν συνοδεύεται από τη βεβαιότητα ότι οι κανόνες είναι για τους άλλους, όχι για εκείνον που έχει τα μέσα να τους παρακάμψει.
ΤΟΥ Θόδωρου Τσίκα
Πολιτικού επιστήμονα – διεθνολόγου
Εφημερίδα Απογευματινή






