Η ιστορική ∆ίκη της Νυρεµβέργης και οι παρενέργειες του «διά ταύτα»

Εχουν περάσει 80 χρόνια από το 1946, που ολοκληρώθηκε η ιστορική καταδίκη των ναζί για εγκλήµατα κατά της ανθρωπότητας, και το αµφιλεγόµενο «δεδικασµένο», που δεν εφαρµόστηκε σε ανάλογες περιπτώσεις
22:47 - 7 Ιανουαρίου 2026
∆ίκη της Νυρεµβέργης

Το 2025, έντονα επετειακή χρονιά, χαρακτηρίστηκε από λανθασµένες παρουσιάσεις ιστορικών γεγονότων, ξέπνοες υποµνήσεις και εκδηλώσεις παγίωσης αντιλήψεων για πολυδιάστατα γεγονότα, είτε προς την εξωραϊσµένη είτε προς τη δραµατοποιηµένη πλευρά τους. Αυτό συνέβη και µε τη ∆ίκη της Νυρεµβέργης (20 Νοεµβρίου 1945 – 1 Οκτωβρίου 1946), ως σύµβολο αποφασιστικότητας της διεθνούς κοινότητας να καταδικάζει τους πρωταίτιους των εγκληµάτων κατά της ανθρωπότητας. Εξι εκατοµµύρια Εβραίοι, σε σύνολο 60 εκατοµµυρίων νεκρών, θανατώθηκαν από τους ναζί στα σπίτια, στους δρόµους, σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, σε ψυχιατρεία, σε θαλάµους αερίων και φούρνους.

Ογδόντα ένα χρόνια πριν, λοιπόν, στις 2 Ιανουαρίου 1945, κι ενώ ο πόλεµος είχε κριθεί σε όλα τα µέτωπα, οι σύµµαχοι βοµβαρδίζουν ανηλεώς τη Νυρεµβέργη, την έδρα του εθνικοσοσιαλιστικού κόµµατος του Χίτλερ. Λίγους µήνες αργότερα αναζητούν τρόπους σύστασης διεθνούς Στρατοδικείου προκειµένου να παραπέµψουν τους εντολείς εξόντωσης των εκατοµµυρίων αµάχων. Για την εκπλήρωση του σκοπού τους επέλεξαν το δικαστικό µέγαρο της Νυρεµβέργης, παρότι και οι ίδιοι είχαν διαπράξει ανάλογες φρικαλεότητες σε βάρος του πληθυσµού της πόλης.

Ηταν η πρώτη δίκη νικητών σε βάρος των ηττηµένων και επί δεκαετίες η παγκόσµια επιστηµονική κοινότητα αµφισβητούσε τη χρησιµότητά της, αφού ήταν αδύνατη η ορθή απόδοση του ∆ικαίου, γι’ αυτό οι ρατσιστικές θηριωδίες και οι εθνοκαθάρσεις επαναλήφθηκαν στην Αφρική, την Ασία και αλλού.

Παράλυση

Η κινηµατογραφική µεταφορά -τον Νοέµβριο- της «Νυρεµβέργης» από την αµερικανική βιοµηχανία θεάµατος υπερέχει βέβαια της αντίστοιχης προηγούµενης του 1961 στη σκηνογραφία, το ντεκόρ, τον ήχο και γενικότερα στο οπτικό δέλεαρ, παρά ταύτα υπολείπεται στην ουσία και τη µεταφορά των έντονων συναισθηµάτων στους θεατές. Σε καµία από τις δύο ταινίες, σε καµία πλέον ιστοριογραφία, δεν αναφέρεται ότι στη δίκη, που πραγµατευόταν ζητήµατα ειρήνης και πολέµου, δικαστές και εισαγγελείς παρέλυσαν πολλές φορές λόγω διαφορετικών αντιλήψεων περί της διεθνούς δηµόσιας τάξης που είχαν από τη µια µεριά οι κοινοβουλευτικές δηµοκρατίες των ΗΠΑ και της Ευρώπης και από την άλλη οι διαπνεόµενες από τη µαρξιστική-λενινιστική αντίληψη Σοσιαλιστικές ∆ηµοκρατίες (ΕΣΣ∆).

Σύνθεση

Κάθε ένα από τα τέσσερα συµµαχικά έθνη -οι ΗΠΑ, η Μεγάλη Βρετανία, η Σοβιετική Ενωση και η Γαλλία- διόρισε έναν δικαστή και µια οµάδα δηµόσιων κατηγόρων. Πρόεδρος του δικαστηρίου ήταν ο αρχιδικαστής Τζέφρι Λόρενς από τη Μεγάλη Βρετανία και από τους 24 κατηγορούµενους παρουσιάστηκαν οι 21. Ο βιοµήχανος Γκούσταβ Κρουπ βρισκόταν ήδη σε πολύ προχωρηµένη ηλικία, ο Ρόµπερτ Λέι αυτοκτόνησε την παραµονή της δίκης και ο γραµµατέας του κόµµατος των ναζί, Μάρτιν Μπόρµαν, δικάστηκε ερήµην. ∆ώδεκα καταδικάστηκαν σε θάνατο δι’ απαγχονισµού, 3 σε ισόβια, σε 4 επιβλήθηκαν ποινές 10 έως 20 ετών και οι
υπόλοιποι αθωώθηκαν. Ο Χίτλερ, ο Χίµλερ και ο Γκέµπελς αυτοκτόνησαν πριν από τη σύσταση του δικαστηρίου, ενώ ο Χέρµαν Γκέρινγκ, δηµιουργός της Γκεστάπο και αντικαγκελάριος του φίρερ, δηλητηριάστηκε µε υδροκυάνιο πριν µεταφερθεί στην αγχόνη.

∆ιαφυγή

Στη διάρκεια της διαδικασίας έγινε αντιληπτός ο κίνδυνος της µη παραποµπής χιλιάδων εγκληµατιών πολέµου, γι’ αυτό και µόλις ολοκληρώθηκε εκατοντάδες παραπέµφθηκαν στις αποκαλούµενες «παρεπόµενες δίκες» στην Αµερική, στην Ευρώπη και στο Ισραήλ, όπως το 1961 ο Αντολφ Αϊχµαν, βασικός σχεδιαστής της «Τελικής Λύσης», της εξόντωσης των Εβραίων στα στρατόπεδα καταναγκαστικής εργασίας, που µε την έναρξη του πολέµου µετατράπηκαν σε κολαστήρια.

Υπολογίζεται ότι διέφυγαν 700.000 βασανιστές, δολοφόνοι, ηθικοί αυτουργοί και συνεργοί. Αρκετοί παρέµειναν σε υψηλές θέσεις της διοικητικής πυραµίδας της ∆υτικής Γερµανίας, άλλοι -κυρίως επιστήµονες- εντάχθηκαν στο επιστηµονικό-ερευνητικό δυναµικό της ∆ύσης, πολλοί χρησιµοποιήθηκαν από τους συµµάχους στην άντληση πληροφοριών και ένας υπολοχαγός του Γ’ Ράιχ στην Αθήνα, ο Κουρτ Βάλντχαϊµ, διετέλεσε γενικός γραµµατέας του ΟΗΕ και κατόπιν πρόεδρος της Αυστρίας.

Το Σύµφωνο του 1928

Κορυφαίες προσωπικότητες της Νοµικής, όπως ο παγκοσµίου φήµης δικηγόρος Jacques Verges, επικαλούνται στις προσεγγίσεις τους το Σύµφωνο BriandKellog του 1928 µεταξύ Γαλλίας, ΗΠΑ και Γερµανίας, το λεγόµενο «Σύµφωνο παραίτησης από τον πόλεµο», το οποίο α) δεν προσδιόριζε τη σηµασία του όρου «επίθεση» και β) προέβλεπε µόνον διπλωµατικές κυρώσεις. Συνεπώς στη σύνταξη του κατηγορητηρίου της ∆ίκης της Νυρεµβέργης ο θεµελιώδης κανόνας του Ποινικού ∆ικαίου «nullum crimen, nulla poena sine ege» («κανένα έγκληµα, καµία ποινή χωρίς νόµο») είχε παραβιαστεί. «Από αυστηρά δικονοµική σκοπιά επρόκειτο για µια άποψη που δύσκολα κάποιος θα την αµφισβητούσε» τονίζει ο Verges.

Ετσι, ενώ η πολιτική αγωγή επικαλέστηκε την απόφαση της Κοινωνίας των Εθνών (ΚτΕ) που αναγνώριζε τον επιθετικό πόλεµο ως «∆ιεθνές έγκληµα», η υπεράσπιση των χιτλερικών θριαµβολογούσε, αφού η ΚτΕ αρνήθηκε οποιαδήποτε παρέµβαση κατά την επίθεση των Ιαπώνων στην Κίνα (Μαντζουρία) το 1931, όπως αδιάφορα είχε αντιµετωπίσει την εισβολή των Ιταλών του Μουσολίνι το 1935 στην Αιθιοπία. Πλήθος ανάλογων περιπτώσεων εξανδραποδισµού είχαν καταγραφεί έως τότε µε τους Τασµανούς Αυστραλούς, τα εκατοµµύρια θύµατα των πεµπτοφαλαγγιτών στην Κορέα, στην Κίνα και τις Φιλιππίνες και βεβαίως µε τις αµερικανικές ατοµικές βόµβες στη Χιροσίµα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο το 1945. Τα ως άνω δεν χρησιµοποιήθηκαν, παρά ακροθιγώς, από τους κατηγορούµενους ως «αντάλλαγµα» της αποσιώπησης της ιδεολογίας τους. «∆εν είναι οι σκέψεις αλλά οι πράξεις που χαρακτηρίζουµε ως εγκλήµατα», έλεγε ο ανώτατος εισαγγελέας Ρ. Τζάκσον, πιστεύοντας ότι θα προσπερνούσε το πολιτικό σκέλος του ολοκληρωτισµού. Το λάθος δεν επαναλήφθηκε, είχε όµως θλιβερές παρενέργειες.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»