Το δόγµα Τραµπ και το «πείραµα Μαδούρο»

Η σύγκρουση ΗΠΑ - Βενεζουέλας αναδεικνύεται σε κάτι πολύ περισσότερο από µια διαµάχη γύρω από το πετρέλαιο – Το νέο µοντέλο άσκησης ισχύος και η στρατηγική που το διέπει επεκτείνεται, αγγίζοντας ακόµη και τις ευρωπαϊκές ισορροπίες
15:16 - 12 Ιανουαρίου 2026

Οι εξελίξεις στη Βενεζουέλα δεν είναι απλώς άλλη µία αµερικανική παρέµβαση στη Λατινική Αµερική, αλλά αποτελούν την πιο ξεκάθαρη εφαρµογή ενός
νέου µοντέλου άσκησης ισχύος, όπου ο στρατηγικός αιφνιδιασµός, ο ενεργειακός έλεγχος και ο ωµός πολιτικός ρεαλισµός συνδυάστηκαν µε τρόπο που αποφεύχθηκε το χάος, περιορίστηκε η βία και παράχθηκαν άµεσα αποτελέσµατα. Η εµφάνιση του ανατραπέντος προέδρου της χώρας, Νικολάς Μαδούρο, στο οµοσπονδιακό δικαστήριο του Μανχάταν την περασµένη ∆ευτέρα αποτέλεσε την επικύρωση µιας γεωπολιτικής ανατροπής, που αναδιαµορφώνει τις ισορροπίες
σε ολόκληρη τη Λατινική Αµερική. Οι κατηγορίες εις βάρος του για συνωµοσία, διακίνηση ναρκωτικών και «ξέπλυµα» χρήµατος προσέδωσαν στην υπόθεση χαρακτήρα ποινικής και όχι πολιτικής αναµέτρησης.

Την ίδια στιγµή, στο Καράκας το κράτος δεν κατέρρευσε. ∆εν υπήρξαν µαζικές συγκρούσεις ούτε διάλυση των θεσµών ούτε γενικευµένη βία. Η απουσία οργανωµένης αντίδρασης από τα καρτέλ των ναρκωτικών και τα παραστρατιωτικά τους δίκτυα δεν µπορεί να θεωρηθεί τυχαία. Αντιθέτως, ερµηνεύεται ως ένδειξη ότι οι Ηνωµένες Πολιτείες κινήθηκαν βάσει ενός εξαιρετικά καλά οργανωµένου σχεδίου. Σε αντίθεση µε προηγούµενες επεµβάσεις, όπου η αποδόµηση της
κεντρικής εξουσίας άνοιξε τον δρόµο στο χάος, στη Βενεζουέλα η µετάβαση εξελίχθηκε σχεδόν αθόρυβα.

Καθοριστικό ρόλο στην αποφυγή ενός εµφυλίου έπαιξε η επιλογή της κυβέρνησης Τραµπ -έπειτα από προτροπή της CIA- να µην προχωρήσει σε πλήρη εκκαθάριση του καθεστώτος, αλλά να συνεργαστεί µε πρόσωπα του υπάρχοντος κρατικού µηχανισµού. Η ορκωµοσία της αντιπροέδρου Ντέλσι Ροντρίγκες ως προσωρινής προέδρου, λίγες ώρες µετά τη σύλληψη Μαδούρο, εντάσσεται σε αυτήν τη λογική. Σύµφωνα µε αµερικανικές αξιολογήσεις πληροφοριών, η Ροντρίγκες θεωρήθηκε ικανή να διατηρήσει την τάξ και τη λειτουργικότητα του κράτους, σε αντίθεση µε την επικεφαλής της αντιπολίτευσης Μαρία Κορίνα Ματσάδο, η οποία θα δυσκολευόταν να αποκτήσει άµεση νοµιµοποίηση.

Η επιλογή αυτή βασίστηκε σε µια κυνική αλλά ταυτόχρονα ρεαλιστική παραδοχή, την οποία διατύπωσε σε δηλώσεις του ο Αµερικανός υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούµπιο. Ιεραρχώντας τις προτεραιότητες της κυβέρνησης Τραµπ για την επόµενη µέρα στη Βενεζουέλα, έθεσε ως πρώτη την εσωτερική σταθερότητα, έπειτα την οικονοµική ανάκαµψη και, στο τέλος, την πολιτική µετάβαση. Οπως ξεκαθαρίστηκε και από τον ίδιο τον Τραµπ, οι ΗΠΑ «δεν βρίσκονται σε πόλεµο
µε τη Βενεζουέλα, αλλά µε τους ανθρώπους που πουλάνε ναρκωτικά».

Συγκυρία µε τον «µαύρο χρυσό»

Οι δηλώσεις του υπουργού Ενέργειας των ΗΠΑ, Κρις Ράιτ, ότι το πετρέλαιο της Βενεζουέλας θα πωλείται στην αγορά υπό αµερικανική εποπτεία «επ’ αόριστον», σε συνδυασµό µε την ανάρτηση του Ντόναλντ Τραµπ πως τα έσοδα από τις πρώτες παραδόσεις -ύψους περίπου 2 έως 2,5 δισ. δολαρίων- θα τελούν υπό τον προσωπικό του έλεγχο, υποδηλώνουν ότι η Ουάσινγκτον επιδιώκει να αναλάβει ρόλο διαχειριστή της ενεργειακής οικονοµίας της χώρας. Η επιβεβαίωση από τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούµπιο, ότι θα πωληθούν 30 έως 50 εκατ. βαρέλια σε τιµές αγοράς, χωρίς τις εκπτώσεις που παρείχε η Βενεζουέλα κυρίως προς την Κίνα, καταδεικνύει τη γεωπολιτική στόχευση της κίνησης, η οποία υπερβαίνει κατά πολύ το οικονοµικό σκέλος.

Η χρονική συγκυρία δεν είναι τυχαία, καθώς, εξαιτίας του αµερικανικού εµπάργκο, εκατοµµύρια βαρέλια πετρελαίου είχαν συσσωρευθεί σε τάνκερ και αποθήκες, δηµιουργώντας τις προϋποθέσεις για µια επιχείρηση χαµηλού κόστους και υψηλής απόδοσης για τις ΗΠΑ. Η προοπτική διάθεσης αυτών των ποσοτήτων στις διεθνείς αγορές, από χώρα εκτός του OPEC, προκάλεσε ήδη ανησυχία στους επενδυτές, µε τις τιµές του πετρελαίου να καταγράφουν σηµαντική πτώση.

Παράλληλα, πληροφορίες ότι µέρος του κατασχεθέντος πετρελαίου προοριζόταν για την Κίνα ενισχύουν την εκτίµηση ότι η επιχείρηση στοχεύει και στον περιορισµό της κινεζικής επιρροής στη Λατινική Αµερική. Η πίεση προς την προσωρινή κυβέρνηση στο Καράκας για την απέλαση αξιωµατούχων των µυστικών υπηρεσιών από τη Ρωσία, την Κίνα, το Ιράν και την Κούβα αποκαλύπτει ότι εκτός από τον έλεγχο της ενέργειας και των σπάνιων γαιών στη Ζώνη Μεταλλευµάτων του Ορινόκου, στόχος είναι και η αποδυνάµωση των δικτύων ξένης επιρροής που έχουν εδραιωθεί στη χώρα την τελευταία δεκαετία. Την ίδια στιγµή, οι αντιδράσεις των µεγάλων ανταγωνιστών των ΗΠΑ, της Κίνας και της Ρωσίας, παραµένουν προς το παρόν περιορισµένες σε επίπεδο δηλώσεων. Η κατάσχεση του πετρελαιοφόρου «Marinera» υπό ρωσική σηµαία στον Βόρειο Ατλαντικό, παρά την παρουσία ρωσικών ναυτικών µέσων στην περιοχή, έδωσε µια πρώτη εικόνα του πώς µεταφράζεται στην πράξη η αυστηρή εφαρµογή του ανανεωµένου ∆όγµατος Μονρόε. Παρότι η Μόσχα κατήγγειλε την ενέργεια ως «πειρατεία», δεν έχει προχωρήσει σε απτή απάντηση, γεγονός που ενισχύει την αίσθηση ότι η Ουάσινγκτον δοκιµάζει τα όρια ανοχής των αντιπάλων της.

Αλυσιδωτή αντίδραση

Οι εξελίξεις, όµως, δεν περιορίζονται στη Βενεζουέλα. Η αιφνιδιαστική κίνηση του προέδρου της Κολοµβίας Γουστάβο Πέτρο -η χώρα του οποίου έχει µπει επίσης στο στόχαστρο του Ντόναλντ Τραµπ- να επιδιώξει απ’ ευθείας επικοινωνία µαζί του καταδεικνύει ότι οι χώρες της περιοχής αντιλαµβάνονται την αλλαγή των κανόνων. Παράλληλα, η Κούβα επανέρχεται στο επίκεντρο της αµερικανικής στρατηγικής, µε τον Τραµπ να αφήνει ανοιχτό το ενδεχόµενο πολιτικής αλλαγής στο νησί και αναλυτές να εκτιµούν ότι η αποσταθεροποίηση της Βενεζουέλας µπορεί να λειτουργήσει ως µοχλός πίεσης προς την Αβάνα. Η προετοιµασία συνοµιλιών µε τη ∆ανία την επόµενη εβδοµάδα για τη Γρoιλανδία δείχνει ότι η στρατηγική αυτή επεκτείνεται, αγγίζοντας ακόµη και τις ευρωπαϊκές ισορροπίες.
Συνολικά, η σύγκρουση ΗΠΑ – Βενεζουέλας αναδεικνύεται σε κάτι πολύ περισσότερο από µια διαµάχη γύρω από το πετρέλαιο. Αποτελεί την πρώτη ξεκάθαρη εφαρµογή ενός νέου δόγµατος που επιδιώκει την επιβολή της αµερικανικής ισχύος µέσω οικονοµικού ελέγχου, γεωπολιτικού αιφνιδιασµού και αποδόµησης του υπάρχοντος συστήµατος κανόνων. Το ερώτηµα που τίθεται πλέον δεν είναι αν η στρατηγική αυτή θα συνεχιστεί, αλλά πόσο µακριά είναι διατεθειµένη να φτάσει
η Ουάσινγκτον και ποιο θα είναι το επόµενο µέτωπο σε µια παγκόσµια αναµέτρηση που εξελίσσεται ταχύτατα χωρίς τυµπανοκρουσίες, αλλά µε βαθιές και µακροχρόνιες συνέπειες.

Κυριακάτικη Απογευματινή