Μετά τη συµφωνία Mercosur, η Ευρωπαϊκή Ενωση προχωρά σε νέα κίνηση µε ξεκάθαρο οικονοµικό και γεωπολιτικό αποτύπωµα, υπογράφοντας µία
εξίσου φιλόδοξη εµπορική συµφωνία, αυτή τη φορά µε την Ινδία. Σε µια περίοδο που το διεθνές εµπόριο µετατρέπεται όλο και περισσότερο σε µέσον άσκησης ισχύος, οι Βρυξέλλες επιχειρούν να επανατοποθετηθούν δυναµικά στον παγκόσµιο χάρτη. Η Συµφωνία Ελεύθερου Εµπορίου Ε.Ε. – Ινδίας, ύστερα από είκοσι
χρόνια διαπραγµατεύσεων, αποτελεί µία από τις πιο σηµαντικές στρατηγικές κινήσεις της Ενωσης, σηµατοδοτώντας αλλαγή πορείας έπειτα από µακρά περίοδο
στασιµότητας. Η συµφωνία, η οποία αφορά µια αγορά περίπου 2 δισεκατοµµυρίων ανθρώπων, αντιπροσωπεύει σχεδόν το 25% του παγκόσµιου ΑΕΠ και πάνω από το 30% του παγκόσµιου εµπορίου, αποτελεί ένα από τα µεγαλύτερα και πιο φιλόδοξα εµπορικά ανοίγµατα στην ιστορία της Ε.Ε.
Βασικός στόχος είναι ο διπλασιασµός των ευρωπαϊκών εξαγωγών προς την Ινδία έως το 2032, µε εκτιµώµενη ετήσια εξοικονόµηση δασµών περίπου 4 δισεκατοµµυρίων ευρώ. Παράλληλα, τα ινδικά προϊόντα αποκτούν ευκολότερη πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά, ενισχύοντας βασικούς κλάδους της ινδικής
οικονοµίας, όπως η κλωστοϋφαντουργία, τα δερµάτινα είδη, τα χηµικά προϊόντα και τα µηχανήµατα. Η µείωση και η σταδιακή κατάργηση των δασµών αποτελεί τον βασικό πυλώνα της συµφωνίας. Ενδεικτικό είναι το παράδειγµα των ευρωπαϊκών αυτοκινήτων, για τα οποία οι ινδικοί δασµοί ξεπερνούσαν το 110% και πλέον προβλέπεται να µειωθούν σταδιακά στο 10%. Αντίστοιχα, η κατάργηση δασµών σε µηχανήµατα, φάρµακα, χηµικά και άλλα βιοµηχανικά προϊόντα αναµένεται να ενισχύσει σηµαντικά την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων στην ινδική αγορά, δηµιουργώντας νέες ευκαιρίες για εξαγωγές και επενδύσεις.
Πέρα από τους δασµούς, η συµφωνία περιλαµβάνει και ειδικές διατάξεις για τη στήριξη των µικροµεσαίων επιχειρήσεων, διευκολύνσεις στην πρόσβαση σε αγορές υπηρεσιών και επενδύσεων, ενισχυµένη προστασία της πνευµατικής ιδιοκτησίας, καθώς και ρήτρες για τη βιώσιµη ανάπτυξη, το περιβάλλον και τα εργασιακά δικαιώµατα. Το γεγονός ότι το νέο πλαίσιο καλύπτει πάνω από το 96,6% των αγαθών που εξάγει η Ε.Ε. στην Ινδία δηµιουργεί ένα από τα πιο ελκυστικά εµπορικά περιβάλλοντα για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις, περιορίζοντας ταυτόχρονα την εξάρτηση της Ενωσης από συγκεκριµένες αγορές της Ασίας και της Αµερικής.
Η υλοποίηση της συµφωνίας συνδέεται άµεσα µε ένα ευρύτερο διεθνές περιβάλλον µεγάλων αλλαγών. Οι µεταβολές στις παγκόσµιες εφοδιαστικές αλυσίδες,
οι επιθετικές πολιτικές των δασµών από τις Ηνωµένες Πολιτείες και δευτερευόντως από την Κίνα, αλλά και η γενικότερη τάση οικονοµικού κατακερµατισµού
δείχνουν ότι το παγκόσµιο εµπόριο έχει εισέλθει σε µια νέα φάση, στην οποία οι εµπορικές συµφωνίες δεν αποτελούν απλώς εργαλεία οικονοµικής ανάπτυξης,
αλλά και µέσω γεωπολιτικής επιρροής.
Η Ευρωπαϊκή Ενωση, έπειτα από ένα µεγάλο διάστηµα εσωστρέφειας και µείωσης της διεθνούς επιρροής της, επιχειρεί µια επανεκκίνηση, επιδιώκοντας τη διεύρυνση και διαφοροποίηση των διεθνών της συνεργασιών. Η συµφωνία Ε.Ε. – Ινδίας, που εντάσσεται σε αυτό ακριβώς το πλαίσιο εµπορικής εξωστρέφειας, δεµόνη. Εχουν προηγηθεί µια σειρά από εµπορικές συµφωνίες µε πιο πρόσφατη αυτή της Mercosur, µε χώρες της Λατινικής Αµερικής, η ανανέωση του εµπορικού πλαισίου µε το Μεξικό, καθώς και η ολοκλήρωση της συµφωνίας µε την Ινδονησία, που καταργεί δασµούς περίπου 600 εκατοµµυρίων ευρώ. Παράλληλα, η Ε.Ε. επιταχύνει τις διαπραγµατεύσεις µε χώρες της ASEAN (Association of Southeast Asian Nations – Ενωση Χωρών της Νοτιοανατολικής Ασίας), τα Ηνωµένα Αραβικά Εµιράτα και την Αυστραλία, επιδιώκοντας σαφή διαφοροποίηση αγορών και περιορισµό γεωπολιτικών κινδύνων.Ιδιαίτερη σηµασία αποκτά η σύνδεση της συµφωνίας Ε.Ε. – Ινδίας µε τον Οικονοµικό ∆ιάδροµο Ινδίας – Μέσης Ανατολής – Ευρώπης (IMEC), µια πρωτοβουλία που ξεκίνησε από τις Ηνωµένες Πολιτείες ως εναλλακτική στην κινεζική Belt and Road Initiative.
Η εµπορική συµφωνία αναµένεται να δώσει ουσιαστικό περιεχόµενο στον IMEC, ενισχύοντας τις εµπορικές ροές, τις επενδύσεις σε υποδοµές και τις συνεργασίες στην παραγωγή και την εφοδιαστική αλυσίδα, σε µια σειρά από χώρες, µεταξύ των οποίων και η Ελλάδα, ενώ ταυτόχρονα αναβαθµίζει τον ρόλο της Ε.Ε. σε έναν άξονα στρατηγικής σηµασίας για τη διατλαντική αρχιτεκτονική ασφάλειας και εµπορίου.
Για την Ελλάδα, η συµφωνία και η διασύνδεσή της µε τον IMEC δηµιουργούν νέες οικονοµικές και γεωπολιτικές ευκαιρίες. Το λιµάνι του Πειραιά αναβαθµίζεται σε κοµβικό σηµείο διαµετακοµιστικού εµπορίου µεταξύ Ασίας, Μέσης Ανατολής και Ευρώπης και η διεθνής θέση της χώρας ενισχύεται στους διεθνείς χάρτες logistics και ναυτιλίας. Παράλληλα, ανοίγονται νέες δυνατότητες διείσδυσης των ελληνικών προϊόντων στην ινδική αγορά, ιδιαίτερα σε τοµείς όπως τρόφιµα, φάρµακα, µηχανήµατα και υπηρεσίες, µε πιο ανταγωνιστικούς όρους πρόσβασης. Συνολικά, η Συµφωνία Ελεύθερου Εµπορίου Ε.Ε.- Ινδίας δεν είναι απλώς µια εµπορική επιτυχία, αλλά εντάσσεται σε µια ευρύτερη στρατηγική των Βρυξελλών για ανάπτυξη νέων αγορών, µείωση των εξαρτήσεων και ενίσχυση της γεωστρατηγικής παρουσίας της Ενωσης σε µια εποχή παγκόσµιας αβεβαιότητας και έντονων γεωπολιτικών ανακατατάξεων.
Κυριακάτικη Απογευματινή










