Η επίσημη λήξη της συμφωνίας ελέγχου των πυρηνικών όπλων μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας — του επονομαζόμενου New START — στις 5 Φεβρουαρίου 2026 σηματοδότησε το τέλος της τελευταίας μεγάλης διμερούς συμφωνίας που έθετε νομικά δεσμευτικά όρια στα πυρηνικά οπλοστάσια των δύο μεγαλύτερων πυρηνικών δυνάμεων του κόσμου. Η λήξη αυτή σημαίνει ότι πλέον δεν υπάρχουν δεσμευτικοί περιορισμοί στον αριθμό στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών και συστημάτων εκτόξευσης που μπορεί να έχουν και να αναπτύσσουν οι ΗΠΑ και η Ρωσία.
Η New START (New Strategic Arms Reduction Treaty),που υπογράφηκε το 2010 και με μία προσθήκη το 2021, είχε θέσει ανώτατα όρια στον αριθμό 1 550 στρατηγικών πυρηνικών κεφαλών για κάθε πλευρά και 700 συστήματα εκτόξευσης — πυραύλους και στρατηγικά βομβαρδιστικά — με μηχανισμούς επαλήθευσης, ανταλλαγής δεδομένων και επιθεωρήσεων επί τόπου. Αυτοί οι μηχανισμοί λειτούργησαν για χρόνια ως πυλώνας στρατηγικής σταθερότητας μετά τον Ψυχρό Πόλεμο.
Ωστόσο, ακόμη πριν τη λήξη, η εφαρμογή της είχε αποδυναμωθεί: από το 2020 οι επιτόπιες επιθεωρήσεις είχαν σταματήσει λόγω της πανδημίας, και το 2023 η Ρωσία είχε αναστείλει την πλήρη συμμετοχή της, αρνούμενη τις κύριες διαδικασίες εποπτείας, αν και ισχυριζόταν ότι τηρούσε τα όρια.
Με την επίσημη εκπνοή της συνθήκης, οι ΗΠΑ και η Ρωσία δεν δεσμεύονται πλέον από κανένα νομικό πλαίσιο που να περιορίζει τον αριθμό στρατηγικών πυρηνικών όπλων τους. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να επεκτείνουν ή να τροποποιήσουν τα οπλοστάσιά τους χωρίς συμφωνημένους περιορισμούς ή διαφάνεια.
Ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες χαρακτήρισε την εξέλιξη ως “πολύ σοβαρή στιγμή για την παγκόσμια ειρήνη και ασφάλεια”, επισημαίνοντας τον κίνδυνο αύξησης των πυρηνικών εντάσεων και καλώντας ΗΠΑ και Ρωσία να επαναρχίσουν διαπραγματεύσεις για ένα νέο, επαληθεύσιμο πλαίσιο.
Κίνδυνος νέας κούρσας εξοπλισμών
Η λήξη της New START ενισχύει ανησυχίες ότι οι δύο δυνάμεις μπορεί να μπουν σε νέα κούρσα πυρηνικών εξοπλισμών, αντί να περιστείλουν τα οπλοστάσιά τους. Τόσο πρώην συμμετέχοντες στη συμφωνία όσο και ειδικοί προειδοποιούν ότι χωρίς δεσμευτικούς κανόνες και διαφάνεια, η στρατηγική ανταγωνιστικότητα μπορεί να οδηγήσει σε αύξηση των κεφαλών και των συστημάτων, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την παγκόσμια ασφάλεια.
Ο πρώην Ρώσος ηγέτης και υπoστηρικτής της συνθήκης Ντμίτρι Μεντβέντεφ τόνισε ότι η απουσία συμφωνίας σημαίνει απουσία εμπιστοσύνης και ότι η λήξη της New START πρέπει να ανησυχήσει όλους. Ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Μπαράκ Ομπάμα προειδοποίησε ότι αυτό «θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια άλλη κούρσα εξοπλισμών που θα κάνει τον κόσμο λιγότερο ασφαλή».
Η διεθνής αντίδραση
Οι αναλυτές επισημαίνουν ότι η κατάρρευση του τελευταίου αυτού πυλώνα ελέγχου όπλων γίνεται σε μια εποχή γεωπολιτικής ρευστότητας, με την Κίνα να ενισχύει σταθερά το δικό της πυρηνικό οπλοστάσιο και χωρίς να είναι μέρος του πλαισίου. Παρά τις αντιρρήσεις κάποιων που θεωρούν τις συμφωνίες περιοριστικές για «ευελιξία» στρατηγικών επιλογών, η συντριπτική πλειοψηφία των ειδικών βλέπει τη λήξη ως απώλεια κρίσιμου διαλόγου και διαφάνειας.
Ενώ η συνθήκη εκπνέει χωρίς άμεση αντικατάσταση, πολλοί διπλωμάτες και οργανώσεις εξοπλισμού ζητούν επαναφορά των διαπραγματεύσεων και νέου πλαισίου ελέγχου εξοπλισμών, όχι μόνο μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας αλλά και με ευρύτερη, πολυμερή συμμετοχή.
Με τη New START να αποτελεί πλέον ιστορία, το μέλλον του παγκόσμιου πυρηνικού ελέγχου βρίσκεται σε αμφιλεγόμενη βάση: είτε θα οδηγηθούμε σε έναν νέο κύκλο στρατηγικών ανταγωνισμών με αυξημένες πιθανότητες λανθασμένων υπολογισμών και επιθετικών δυνατοτήτων, είτε οι διεθνείς πρωτοβουλίες θα οικοδομήσουν ένα νέο πλαίσιο που θα ανταποκρίνεται στα σημερινά στρατηγικά δεδομένα.











