Υψηλού ρίσκου συνομιλίες ΗΠΑ–Ιράν στο Ομάν, εν μέσω απειλών για στρατιωτική κλιμάκωση

Οι βαθιές διαφωνίες για την ατζέντα των διαπραγματεύσεων και η αυξημένη στρατιωτική παρουσία στην περιοχή περιορίζουν τις προσδοκίες για άμεση συμφωνία
09:47 - 6 Φεβρουαρίου 2026

Στο Μουσκάτ του Ομάν στρέφεται σήμερα το διεθνές ενδιαφέρον, καθώς Ηνωμένες Πολιτείες και Ιράν ξεκινούν συνομιλίες υψηλού ρίσκου για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης, σε ένα περιβάλλον αυξημένων εντάσεων και αμοιβαίων απειλών που επαναφέρουν τον φόβο μιας ευρύτερης σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Οι διαπραγματεύσεις πραγματοποιούνται έπειτα από αλλαγή τόπου την τελευταία στιγμή, καθώς αρχικά είχε συμφωνηθεί να διεξαχθούν στην Τουρκία, πριν τελικά μεταφερθούν στο Ομάν, μια επιλογή που επιβλήθηκε τόσο για λόγους ασφαλείας όσο και λόγω του παραδοσιακού ρόλου του σουλτανάτου ως αξιόπιστου διαμεσολαβητή.

Λίγο πριν την  έναρξη των συνομιλιών στις 12 σήμερα ώρα Ελλάδος, το βασικό εμπόδιο δεν είναι μόνο το περιεχόμενο μιας ενδεχόμενης συμφωνίας, αλλά πρωτίστως η ίδια η ατζέντα. Η Ουάσινγκτον επιδιώκει μια συνολική ατζέντα που δεν περιορίζεται μόνο στο πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, αλλά επεκτείνεται  και στο βαλλιστικό πυραυλικό οπλοστάσιο του, στη στήριξη που παρέχει σε ένοπλες οργανώσεις στην περιοχή με πρώτες τη Χαμάς και την Χεζμπολάχ αλλά και σε ζητήματα εσωτερικής πολιτικής. Αντίθετα, η Τεχεράνη απορρίπτει κατηγορηματικά οποιαδήποτε διεύρυνση της ατζέντας, επιμένοντας ότι οι συνομιλίες πρέπει να επικεντρωθούν αποκλειστικά στο πυρηνικό ζήτημα και στο δικαίωμά της για ειρηνικό εμπλουτισμό ουρανίου.

Η διάσταση αυτή βαθαίνει ακόμη περισσότερο από τις αμερικανικές απαιτήσεις για μηδενική ή δραστικά περιορισμένη πυρηνική ικανότητα του Ιράν, θέση που η Τεχεράνη  θεωρεί “κόκκινη γραμμή”. Παρότι Ιρανοί αξιωματούχοι δηλώνουν διατεθειμένοι να δείξουν ευελιξία όσον αφορά τα επίπεδα και τις ποσότητες εμπλουτισμού ουρανίου, ξεκαθαρίζουν ότι δεν πρόκειται να συζητήσουν τον πλήρη τερματισμό του προγράμματος.

Στις συνομιλίες συμμετέχουν από ιρανικής πλευράς ο υπουργός Εξωτερικών Αμπάς Αρακτσί, επικεφαλής της διαπραγματευτικής ομάδας της Τεχεράνης, συνοδευόμενος από ανώτερους διπλωμάτες και τεχνικούς συμβούλους του πυρηνικού προγράμματος. Την αμερικανική πλευρά εκπροσωπεί ο ειδικός απεσταλμένος του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ για τη Μέση Ανατολή, Στιβ Γουίτκοφ, ενώ στις επαφές αναμένεται να έχει ρόλο και ο Τζάρεντ Κούσνερ, σύμβουλος του Λευκού Οίκου, γεγονός που υπογραμμίζει το πολιτικό βάρος που αποδίδει η Ουάσινγκτον στη διαδικασία.

Το ήδη τεταμένο κλίμα επιβαρύνθηκε περαιτέρω καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες ζήτησαν από τους Αμερικανούς πολίτες να εγκαταλείψουν το Ιράν, επικαλούμενες λόγους ασφαλείας. Η απόφαση αυτή ερμηνεύεται από διπλωματικούς κύκλους ως ένδειξη ότι η Ουάσινγκτον θεωρεί υπαρκτό το ενδεχόμενο αποτυχίας των συνομιλιών και προετοιμάζεται για κάθε σενάριο, αλλά και ως μέσο άσκησης πίεσης λίγο πριν τις σημερινές συνομιλίες. Παράλληλα, οι ΗΠΑ έχουν ενισχύσει  σημαντικά τη στρατιωτική τους παρουσία στη Μέση Ανατολή, με πολεμικά πλοία, αεροσκάφη και επιπλέον δυνάμεις, εξέλιξη που η Τεχεράνη αντιμετωπίζει ως απειλή.

Λίγο πριν από την έναρξη των συνομιλιών, τα ιρανικά κρατικά μέσα μετέδωσαν εικόνες από την ανάπτυξη του βαλλιστικού πυραύλου μεγάλου βεληνεκούς Khorramshahr 4 σε υπόγειες εγκαταστάσεις των Φρουρών της Επανάστασης, κίνηση που εκλαμβάνεται ως σαφές μήνυμα αποτροπής προς τις Ηνωμένες Πολιτείες και τους συμμάχους τους. Το Ιράν έχει προειδοποιήσει ότι θα απαντήσει σκληρά σε οποιαδήποτε στρατιωτική επίθεση, ενώ έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να στοχοποιηθούν αμερικανικές βάσεις σε γειτονικές χώρες.

Στο μεταξύ, έντονη κινητικότητα καταγράφεται και σε περιφερειακό επίπεδο. Το Κατάρ, η Σαουδική Αραβία και το Ομάν έχουν εντείνει τις διπλωματικές τους επαφές, επιδιώκοντας να αποτρέψουν μια κλιμάκωση που θα μπορούσε να αποσταθεροποιήσει ολόκληρη την περιοχή του Κόλπου. Οι χώρες αυτές ανησυχούν ιδιαίτερα για τις επιπτώσεις που θα είχε μια σύγκρουση στις ενεργειακές αγορές και στην ασφάλεια των αμερικανικών εγκαταστάσεων στο έδαφός τους.

Παρά τις δημόσιες δηλώσεις περί προσήλωσης στη διπλωματία, οι προσδοκίες για άμεση πρόοδο παραμένουν περιορισμένες. Η απόσταση που χωρίζει τις θέσεις Ουάσινγκτον και Τεχεράνης καθιστά τις συνομιλίες στο Μουσκάτ ένα κρίσιμο, αλλά αβέβαιο, τεστ, με το αποτέλεσμα να ενδέχεται να καθορίσει αν η περιοχή θα κινηθεί προς μια εύθραυστη αποκλιμάκωση ή προς μια νέα περίοδο έντασης.