Μετά την επανεκλογή του Ντόναλντ Τραµπ στην προεδρία των ΗΠΑ, το διεθνές εµπορικό σύστηµα εισέρχεται σε µια περίοδο έντονου αναπροσδιορισµού, µε την Ευρώπη να αναζητά νέες ισορροπίες ανάµεσα στις ΗΠΑ και την Κίνα. Η επιστροφή Τραµπ συνοδεύθηκε από την επαναφορά µιας σκληρής
πολιτικής προστατευτισµού, µε απειλές για νέους δασµούς, µονοµερείς αποφάσεις και αµφισβήτηση των παραδοσιακών διατλαντικών εµπορικών κανόνων. Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, αρκετές µεγάλες ευρωπαϊκές οικονοµίες επιταχύνουν τη στροφή τους προς το Πεκίνο, επιδιώκοντας άµεσες εµπορικές και επενδυτικές συνεργασίες, ακόµη και αν αυτό έρχεται σε µερική αντίθεση µε την επίσηµη, πιο επιφυλακτική γραµµή της Ευρωπαϊκής Ενωσης.
Χαρακτηριστικό παράδειγµα αποτελεί το Ηνωµένο Βασίλειο. Τον Ιανουάριο του 2026, ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρµερ πραγµατοποίησε την πρώτη επίσκεψη Βρετανού ηγέτη στην Κίνα έπειτα από οκτώ χρόνια, στέλνοντας σαφές µήνυµα επανεκκίνησης των διµερών σχέσεων. Η επίσκεψη σε Πεκίνο και Σανγκάη οδήγησε σε συµφωνίες συνολικού ύψους περίπου 2,2 δισ. λιρών σε νέες εξαγωγικές συµβάσεις, καθώς και 2,3 δισ. λιρών σε εγγυήσεις πρόσβασης βρετανικών προϊόντων στην κινεζική αγορά. Παράλληλα, συµφωνήθηκε µείωση δασµών σε βρετανικά προϊόντα, όπως το ουίσκι, ενώ καθιερώθηκε 30ήµερη απαλλαγή από βίζα για Βρετανούς ταξιδιώτες προς την Κίνα. Μεγάλες βρετανικές επιχειρήσεις, κυρίως στους τοµείς της φαρµακοβιοµηχανίας και των υπηρεσιών, ανακοίνωσαν επενδυτικά σχέδια που αναµένεται να ξεπεράσουν τις εκατοντάδες εκατοµµύρια λίρες τα επόµενα χρόνια.
Η βρετανική πρωτοβουλία εντάσσεται σε ένα ευρύτερο ευρωπαϊκό κύµα διπλωµατικών και οικονοµικών επαφών µε το Πεκίνο. Τον Νοέµβριο του 2025, ο Γερµανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς επισκέφθηκε την Κίνα, συνοδευόµενος από κορυφαία στελέχη της γερµανικής βιοµηχανίας. Οι συνοµιλίες επικεντρώθηκαν στη συνεργασία στους τοµείς της αυτοκινητοβιοµηχανίας, των πρώτων υλών, της πράσινης τεχνολογίας και των ηµιαγωγών, µε εκτιµώµενο εµπορικό και
επενδυτικό αποτύπωµα δεκάδων δισεκατοµµυρίων ευρώ, παρότι πολλές συµφωνίες βρίσκονται ακόµη στο στάδιο της διαπραγµάτευσης. Λίγες εβδοµάδες νωρίτερα, από τις 3 έως τις 5 ∆εκεµβρίου 2025, ο Γάλλος πρόεδρος Εµανουέλ Μακρόν πραγµατοποίησε τετραήµερη επίσκεψη στην Κίνα µε πολυµελή επιχειρηµατική αποστολή, επιδιώκοντας να µειώσει το εµπορικό έλλειµµα της Γαλλίας µε το Πεκίνο και να ενισχύσει τη συνεργασία σε αεροναυπηγική, ενέργεια και αγροτικά προϊόντα, ακόµη και αν δεν ανακοινώθηκαν τότε µεγάλες νέες συµφωνίες.
Στην ίδια κατεύθυνση κινούνται και µικρότερες ευρωπαϊκές οικονοµίες. Ο πρωθυπουργός της Φινλανδίας, Πέτερι Ορπο, επισκέφθηκε την Κίνα εκπροσωπώντας περισσότερες από 20 φινλανδικές επιχειρήσεις, µε στόχο συνεργασίες σε καθαρή ενέργεια, βιοµηχανικό εξοπλισµό και ψηφιακές εφαρµογές.
Παρόµοιες πρωτοβουλίες αναλαµβάνουν και άλλες χώρες της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης, που βλέπουν την κινεζική αγορά ως κρίσιµο µοχλό ανάπτυξης.
Ολα αυτά συµβαίνουν παρά τη σταθερή θέση της Ευρωπαϊκής Ενωσης, η οποία χαρακτηρίζει την Κίνα ταυτόχρονα εταίρο, ανταγωνιστή και συστηµικό αντίπαλο, εκφράζοντας ανησυχίες για εµπορικές ανισορροπίες, κρατικές επιδοτήσεις και ζητήµατα ανθρώπινων δικαιωµάτων. Στην πράξη, όµως, η επιστροφή του Τραµπ και η εντεινόµενη αµερικανική αβεβαιότητα ωθούν τις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες να κινηθούν πιο αυτόνοµα. Το αποτέλεσµα είναι µια Ευρώπη που, χωρίς να αποκόπτεται από τις ΗΠΑ, επιδιώκει να εξασφαλίσει χώρο και ρόλο σε έναν όλο και πιο πολυπολικό κόσµο, µε την Κίνα να αναδεικνύεται σε βασικό παράγοντα αυτής της νέας γεωοικονοµικής εξίσωσης.
Κυριακάτικη Απογευματινή










