Σε κρίσιμη καμπή για τη στρατηγική κατεύθυνση της Ευρωπαϊκής Ένωσης εξελίσσεται η άτυπη σύνοδος κορυφής στο Άλντεν Μπίζεν του Βελγίου, όπου οι ηγέτες των 27 κρατών-μελών καλούνται να τοποθετηθούν επί της πρότασης για πολιτική «Buy European» – δηλαδή προτεραιότητα σε ευρωπαϊκά προϊόντα και επιχειρήσεις στις δημόσιες συμβάσεις.
Η συζήτηση εντάσσεται στη γενικότερη αναζήτηση εργαλείων για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία τα τελευταία χρόνια εμφανίζει υστέρηση έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι αμερικανικές πολιτικές επιδοτήσεων (IRA) και οι εκτεταμένες κρατικές ενισχύσεις του Πεκίνου έχουν επιτείνει τις πιέσεις, αναδεικνύοντας τις διαρθρωτικές αδυναμίες της ΕΕ.
Η γαλλική πρόταση
Η ιδέα της «ευρωπαϊκής προτίμησης», που εδώ και χρόνια προωθεί το Παρίσι, προβλέπει ότι οι κυβερνήσεις θα δίνουν προτεραιότητα σε ευρωπαϊκής προέλευσης προϊόντα σε στρατηγικούς τομείς: καθαρή τεχνολογία, αυτοκινητοβιομηχανία, χαλυβουργία, χημική βιομηχανία και άμυνα. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναμένεται να παρουσιάσει σχετική νομοθετική πρωτοβουλία για τη βιομηχανική επιτάχυνση, πιθανώς με ποσοτικούς στόχους ευρωπαϊκού περιεχομένου για φωτοβολταϊκά και ηλεκτρικά οχήματα.
Ο πρόεδρος της Γαλλίας, Εμανουέλ Μακρόν, υπερασπίζεται την πρόταση ως «αμυντικό εργαλείο» απέναντι σε ανταγωνιστές που –κατά την άποψή του– δεν λειτουργούν με όρους ισότιμου ανταγωνισμού στο πλαίσιο του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου.
Επιφυλάξεις του Βορρά και το γερμανικό δίλημμα
Απέναντι στη γαλλική γραμμή, σχηματίζεται μπλοκ χωρών του Βορρά – Σουηδία, Ολλανδία, Βαλτικές και σκανδιναβικές χώρες – που προειδοποιούν για κινδύνους προστατευτισμού και αύξησης της γραφειοκρατίας. Σε κοινό τους έγγραφο εκφράζουν φόβους ότι η πολιτική «Buy European» θα περιορίσει το διεθνές εμπόριο και θα αποθαρρύνει επενδύσεις.
Ο Σουηδός πρωθυπουργός Ουλφ Κρίστερσον έχει δηλώσει επιφυλακτικός απέναντι σε κάθε μορφή εμπορικού περιορισμού, ενώ ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς δίνει έμφαση σε απορρύθμιση και νέες εμπορικές συμφωνίες, όπως εκείνη με τις χώρες της Mercosur – συμφωνία που η Γαλλία απορρίπτει.
Η στάση του Βερολίνου είναι κρίσιμη. Η ενίσχυση της γερμανο-ιταλικής συνεννόησης, με την Ιταλίδα πρωθυπουργό Τζόρτζια Μελόνι να προκρίνει «νομοθετική αυτοσυγκράτηση», δημιουργεί νέα δεδομένα στις ισορροπίες του παραδοσιακού γαλλο-γερμανικού άξονα.
Η συζήτηση δεν περιορίζεται στην προτίμηση ευρωπαϊκών προϊόντων. Οι ηγέτες εξετάζουν την ενοποίηση των κατακερματισμένων κεφαλαιαγορών, την άρση εμποδίων στην ενιαία αγορά και τη μείωση της υπερρύθμισης.
Καθοριστικές θεωρούνται οι παρεμβάσεις των Μάριο Ντράγκι και Ενρίκο Λέτα. Ο Ντράγκι προειδοποίησε ότι η υφιστάμενη παγκόσμια οικονομική τάξη έχει ουσιαστικά διαρραγεί και ότι η Ευρώπη κινδυνεύει με αποβιομηχάνιση. Τόνισε την ανάγκη βαθύτερης ενοποίησης και περιορισμού των εθνικών βέτο, που συχνά παραλύουν τη λήψη αποφάσεων.
Η κριτική της Φον ντερ Λάιεν
Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσαν οι παρεμβάσεις της προέδρου της Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, η οποία απέρριψε την αντίληψη ότι η γραφειοκρατία προέρχεται αποκλειστικά από τις Βρυξέλλες. Υποστήριξε ότι πολλές εθνικές κυβερνήσεις προσθέτουν επιπλέον κανονιστικά επίπεδα, δημιουργώντας νέα εμπόδια.
Παράδειγμα αποτελεί η διαφορά στο επιτρεπόμενο βάρος φορτηγών: 44 τόνοι στο Βέλγιο, 40 στη Γαλλία. Παρά την πρόταση εναρμόνισης, η σχετική νομοθεσία παραμένει μπλοκαρισμένη. Αντίστοιχα προβλήματα εντοπίζονται στη μη αμοιβαία αναγνώριση επαγγελματικών προσόντων, στους διαφορετικούς κανόνες επισήμανσης προϊόντων και ακόμη και σε διαδικασίες διασυνοριακής μεταφοράς αποβλήτων που απαιτούν… φαξ.
Η Επιτροπή, σύμφωνα με την ίδια, έχει παρουσιάσει δέκα πακέτα απλοποίησης, με εκτιμώμενη εξοικονόμηση 15 δισ. ευρώ ετησίως, όμως χωρίς τη βούληση των κρατών-μελών οι μεταρρυθμίσεις μένουν ημιτελείς.
Το δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι 27 είναι στρατηγικό: περισσότερη προστασία και βιομηχανική πολιτική ή βαθύτερη φιλελευθεροποίηση και άνοιγμα αγορών; Η απόφαση δεν αφορά μόνο τις δημόσιες συμβάσεις, αλλά τη συνολική ταυτότητα της Ένωσης σε έναν κόσμο εντεινόμενου γεωοικονομικού ανταγωνισμού.
Η σημερινή συζήτηση στο Λίμπουργκ ενδέχεται να μην καταλήξει σε οριστικές αποφάσεις, όμως αποτυπώνει καθαρά ότι η Ευρώπη βρίσκεται μπροστά σε μια καθοριστική καμπή: είτε θα επαναπροσδιορίσει το παραγωγικό της μοντέλο με μεγαλύτερη συνοχή, είτε θα συνεχίσει να κινείται ανάμεσα σε εθνικές προτεραιότητες και θεσμικούς συμβιβασμούς.










