Μεγάλος είναι ο φόβος μεταξύ χωρών της Δύσης για ένα Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, με τους πολίτες όμως να εμφανίζονται απρόθυμοι να δεχτούν αύξηση στρατιωτικών δαπανών, σε βάρος της δικής τους τσέπης.
Η πεποίθηση αυτή αποτυπώνεται στα αποτελέσματα της δημοσκόπησης που έγινε για λογαριασμό του Politico, λίγο πριν την έναρξη της Διάσκεψης Ασφαλείας του Μονάχου, τα οποία περιγράφουν λεπτομερώς την αυξανόμενη δημόσια ανησυχία σχετικά με τον κίνδυνο και το κόστος μιας νέας εποχής συγκρούσεων.
Το ενδιαφέρον είναι ότι και στις πέντε χώρες που συμμετείχαν στην έρευνα – ΗΠΑ, Καναδάς, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία και Γερμανία – η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτηθέντων πιστεύει ότι ο κόσμος γίνεται πιο επικίνδυνος.
Το ξέσπασμα του Γ’ Παγκοσμίου Πολέμου μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια θεωρείται πιο πιθανό από Αμερικανούς, Καναδούς, Γάλλους και Βρετανούς ερωτηθέντες μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια.
Όσον αφορά τη στρατιωτική δράση, οι ερωτηθέντες στις ΗΠΑ φάνηκαν να πιστεύουν ότι η χώρα τους θα βρεθεί σε πόλεμο μέσα στα επόμενα πέντε χρόνια, ακολουθούμενοι από τους ερωτηθέντες στο Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γαλλία.
Συγκεκριμένα σχεδόν οι μισοί Αμερικανοί – 46% – πιστεύουν ότι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι «πιθανός» ή «πολύ πιθανός» έως το 2031 – από 38% πέρυσι.
Αντίστοιχα στο Ηνωμένο Βασίλειο, το 43% πιστεύει ότι ένας νέος παγκόσμιος πόλεμος είναι «πιθανό» ή «πολύ πιθανό» να ξεσπάσει έως το 2031 – από 30% τον Μάρτιο του 2025.
Μεταξύ των πέντε χωρών, μόνο οι Γερμανοί πιστεύουν ότι ένας Τρίτος Παγκόσμιος Πόλεμος δεν είναι πιθανός τα επόμενα πέντε χρόνια.
Επίσης τουλάχιστον ένας στους τρεις ανθρώπους στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία και τον Καναδά πιστεύει ότι ένα πυρηνικό όπλο είναι πιθανό ή πολύ πιθανό να χρησιμοποιηθεί σε έναν πόλεμο τα επόμενα πέντε χρόνια.
Ενδιαφέρον έχει και ποια χώρα βλέπουν ως μεγαλύτερη απειλή για την παγκόσμια ειρήνη. Η Ρωσία κατέχει τα πρωτεία στην Ευρώπη, ενώ οι Καναδοί βλέπουν την Αμερική του Τραμπ ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ασφάλεια. Στη Γαλλία, τη Γερμανία και το Ηνωμένο Βασίλειο, η δεύτερη μεγαλύτερη απειλή θεωρείται ότι είναι οι ΗΠΑ. Αντίθετα οι ερωτηθέντες στις ΗΠΑ ανέφεραν πολύ πιο συχνά από την Κίνα.
Απροθυμία για αύξηση των στρατιωτικών δαπανών
Παράλληλα, η δημοσκόπηση αποκάλυψε περιορισμένη προθυμία των πολιτών των δυτικών χωρών να κάνουν θυσίες για να αυξηθούν τα κονδύλια για τις στρατιωτικές δαπάνες. Ενώ υπάρχει ευρεία υποστήριξη για την αύξηση των αμυντικών προϋπολογισμών στο Ηνωμένο Βασίλειο, τη Γαλλία, τη Γερμανία και τον Καναδά, η υποστήριξη αυτή μειώθηκε απότομα όταν οι άνθρωποι έμαθαν ότι αυτό μπορεί να σημαίνει ανάληψη μεγαλύτερου δημόσιου χρέους, περικοπή άλλων υπηρεσιών ή αύξηση φόρων.
Οι προκλήσεις για το ΝΑΤΟ
Η δημοσκόπηση αποκαλύπτει την πρόκληση που αντιμετωπίζουν οι ηγέτες του ΝΑΤΟ καθώς προσπαθούν να ενισχύσουν την ασφάλεια σε μια εποχή που τα δημόσια οικονομικά είναι περιορισμένα.
Αυτή η διαμάχη θα διαμορφώσει τις συζητήσεις μεταξύ πολιτικών από όλο τον κόσμο καθώς κατευθύνονται στη Γερμανία για την ετήσια Διάσκεψη Ασφαλείας του Μονάχου που ξεκινά την Παρασκευή (13/2).
Δεδομένου ότι δεν υπάρχουν ενδείξεις για επικείμενο τέλος στον τετραετή ολοκληρωτικό πόλεμο της Ρωσίας εναντίον της Ουκρανίας και ότι οι ΗΠΑ αναλαμβάνουν στρατιωτική δράση στο Ιράν, τη Συρία, τη Βενεζουέλα και την Αφρική υπό τον πρόεδρο Ντόναλντ Τραμπ, πολλοί ψηφοφόροι βλέπουν έναν αυξανόμενο κίνδυνο παγκόσμιας σύγκρουσης.
Από την δημοσκόπηση, που έγινε με δείγμα 2.000 ψηφοφόρους σε κάθε χώρα μεταξύ 6 και 9 Φεβρουαρίου, προκύπτει τέλος ότι υπάρχει σημαντικός σκεπτικισμός από την κοινή γνώμη σχετικά με τη δημιουργία ενός μόνιμου στρατού της ΕΕ υπό μία κεντρική διοίκηση, μια ιδέα που έχει αναφερθεί από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή. Η πρόταση έλαβε υποστήριξη μόνο από το 22% των ανθρώπων στη Γερμανία και το 17% στη Γαλλία.











