Η υπόθεση του Τζέφρι Επστάιν δεν είναι απλώς ένα σεξουαλικό σκάνδαλο µε διεθνείς προεκτάσεις, αλλά µοιάζει όλο και περισσότερο µε έναν πολιτικό τυφώνα που ξεκίνησε από τη Νέα Υόρκη και σαρώνει πολλές ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, αγγίζοντας βασιλικούς οίκους, πρώην πρωθυπουργούς, διπλωµάτες και κυβερνητικά στελέχη. Στη Βρετανία, όπου το σκάνδαλο πήρε από νωρίς θεσµική διάσταση, οι επιπτώσεις παραµένουν βαθιές και παρατεταµένες. Κεντρικό πρόσωπο στη βρετανική διάσταση του σκανδάλου υπήρξε ο πρίγκιπας Αντριου.
Οι σχέσεις του µε τον Επστάιν και η περίφηµη συνέντευξή του στο BBC το 2019 προκάλεσαν σοκ σε ολόκληρο τον κόσµο, αναγκάζοντάς τον σε παραίτηση από τα δηµόσια καθήκοντά του. Η εξωδικαστική διευθέτηση της υπόθεσης στις ΗΠΑ, λόγω του θανάτου του Επστάιν, όχι µόνο δεν έκλεισε τη συζήτηση, αλλά αντίθετα την ενίσχυσε, θέτοντας το ερώτηµα πώς ένας καταδικασµένος για σεξουαλικά εγκλήµατα είχε πρόσβαση σε τόσο υψηλά κλιµάκια της βρετανικής ελίτ.
Παράλληλα, το όνοµα του Πίτερ Μάντελσον, ιστορικού στελέχους των Εργατικών και πρώην υπουργού, επανήλθε στον δηµόσιο διάλογο λόγω των επαφών του µε τον Επστάιν την περίοδο 2002-2011. Αν και δεν του έχουν αποδοθεί ποινικές κατηγορίες, η πολιτική συζήτηση για τα όρια των κοινωνικών και οικονοµικών σχέσεων µε έναν ήδη καταδικασµένο δράστη έχει βάλει φωτιά στο πολιτικό κλίµα στη Βρετανία, θέτοντας θέµα θεσµικής και πολιτικής αξιοπιστίας. Παρότι δεν υπάρχουν στοιχεία που να εµπλέκουν τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρµερ σε οποιαδήποτε σχέση µε τον Επστάιν, η ανάµιξη προσώπων από το περιβάλλον του, που στο παρελθόν είχαν κοινωνικές ή επαγγελµατικές επαφές µε τον Αµερικανό επιχειρηµατία, έχει δηµιουργήσει εσωκοµµατικές τριβές στους Εργατικούς και έντονη κριτική από την αντιπολίτευση, αυξάνοντας το πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση. Η αντιπολίτευση κάνει λόγο για υποκρισία τόσο στη θεωρία όσο και στην πράξη, καταγγέλλοντας φαινόµενα ελιτισµού, ενισχύοντας παράλληλα το αφήγηµα ότι το πολιτικό σύστηµα προστατεύει τον εαυτό του.
Στο ρευστό κοινοβουλευτικό περιβάλλον της Βρετανίας, και η παραµικρή σκιά συγκάλυψης της υπόθεσης θα µπορούσε να αποδειχθεί «µοιραία», προκαλώντας από σταδιακή φθορά µέχρι κατάρρευση της κυβέρνησης. Η υπόθεση πλήττει καίρια και τον θεσµό της µοναρχίας, η οποία προσπαθεί να ανακτήσει τη χαµένη αξιοπιστία µετά τις συνεχείς αποκαλύψεις γύρω από τον πρίγκιπα Αντριου.
Η διαρκής ανακύκλωση της υπόθεσης από τα ΜΜΕ δυσκολεύει την προσπάθεια αποστασιοποίησης του παλατιού από την υπόθεση, παρά τις διαβεβαιώσεις του βασιλιά Καρόλου ότι είναι έτοιµος να συνεργαστεί µε τις Αρχές για τη διαλεύκανση της υπόθεσης.
Από τη Βρετανία το κύµα αµφισβήτησης µετακινήθηκε βορειότερα, στη Νορβηγία, όπου οι αποκαλύψεις αγγίζουν τόσο πολιτικά όσο και βασιλικά πρόσωπα. Η πριγκίπισσα Μέτε-Μάριτ αναγκάστηκε να παραδεχθεί ότι είχε επαφές µε τον Επστάιν στο παρελθόν, ζητώντας δηµόσια συγγνώµη γι’ αυτή την επιλογή της.
Παράλληλα, ο Θόρµπγιορν Γιάγκλαντ, πρώην πρωθυπουργός την Νορβηγίας και πρώην γενικός γραµµατέας του Συµβουλίου της Ευρώπης, βρέθηκε στο επίκεντρο έρευνας σχετικά µε επαφές και πιθανές παροχές που συνδέονταν µε τον Επστάιν. Αν και δεν υπάρχουν κατηγορίες για σεξουαλικά εγκλήµατα, η πολιτική και ηθική διάσταση των σχέσεών του µε έναν ήδη στιγµατισµένο επιχειρηµατία, όπως ο Επστάιν, προκαλεί κοινοβουλευτική αντιπαράθεση και αναζωπυρώνει τον δηµόσιο διάλογο για θέµατα διαφάνειας, αυξάνοντας την απαίτηση της κοινωνίας για µεγαλύτερη λογοδοσία στις διεθνείς επαφές αξιωµατούχων.
Στη Γαλλία το σκάνδαλο έλαβε διαφορετική µορφή. Ο πρώην υπουργός Πολιτισµού Ζακ Λανγκ δέχθηκε έντονη κριτική λόγω των σχέσεών του µε τον Επστάιν, ενώ η γαλλική ∆ικαιοσύνη κλήθηκε να εξετάσει τις επαφές διπλωµατικών προσώπων που εµφανίζονται σε σχετικά αρχεία. Η αντιπολίτευση στη Γαλλία επιχειρεί να αξιοποιήσει το όλο θέµα για να αποκοµίσει πολιτικά οφέλη, κάνοντας λόγο για «κλειστούς κύκλους εξουσίας» και αλληλοκάλυψη.
Σχέσεις µε Μόσχα
Ολες αυτές οι εξελίξεις, που έρχονται σε µια περίοδο κοινωνικής έντασης και ανόδου των λεγόµενων δυνάµεων της Ακροδεξιάς στην Ευρώπη, επιταχύνουν την πολιτική φθορά πολλών κυβερνήσεων. Ακόµη και στην Πολωνία, όπου δεν υπάρχουν τεκµηριωµένες αναφορές για θεσµική εµπλοκή κυβερνητικών προσώπων, ο πρωθυπουργός Ντόναλντ Τουσκ έδωσε εντολή σε κυβερνητικούς αξιωµατούχους να ερευνήσουν τα αρχεία Επστάιν, επικαλούµενος λόγους εθνικής ασφάλειας, συνδέοντας τη δηµόσια συζήτηση µε τον φόβο εξωτερικών παρεµβάσεων και υβριδικών απειλών, κυρίως λόγω των σχέσεων του Επστάιν µε τη Μόσχα. Η κίνηση αυτή άνοιξε νέο κύκλο αντιπαράθεσης σχετικά µε την πιθανή λειτουργία του Επστάιν ως φορέα συλλογής πληροφοριών και άσκησης επιρροής, χωρίς όµως να υπάρχουν αποδείξεις ότι ενεργούσε ως κατάσκοπος ή ότι η Ρωσία αξιοποίησε το δίκτυό του για λόγους κατασκοπείας.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, ο µεγαλύτερος κίνδυνος από το σκάνδαλο Επστάιν δεν είναι το πολιτικό κόστος, αλλά η διάβρωση της εµπιστοσύνης στους θεσµούς, καθώς φέρνει στο φως την εικόνα µιας υπερεθνικής ελίτ που κινείται πέρα από σύνορα, κανόνες και ηθικά όρια. Για την ευρωπαϊκή πολιτική σκηνή, που βρίσκεται σε µια µεταβατική περίοδο, ο «τυφώνας Επστάιν», αν και δεν ρίχνει τις κυβερνήσεις από τη µία µέρα στην άλλη, τις αποδυναµώνει, τις διαβρώνει και τις µετατοπίζει πολιτικά και αυτή η αργή διάβρωση µπορεί τελικά να αποδειχθεί εξίσου επικίνδυνη µε µια θεαµατική κατάρρευση.
Κυριακάτικη Απογευματινή








