Η απόφαση του Ανώτατου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να κρίνει παράνομο σημαντικό μέρος των δασμών που είχε επιβάλει ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ μετά την επιστροφή του στον Λευκό Οίκο συνιστά σοβαρό πλήγμα για έναν από τους βασικούς άξονες της οικονομικής του πολιτικής. Το δικαστήριο έβαλε φρένο στους λεγόμενους «ανταποδοτικούς» δασμούς που επιβάλλονταν σχεδόν στο σύνολο των εισαγόμενων προϊόντων, ανατρέποντας έναν μηχανισμό που η κυβέρνηση είχε αξιοποιήσει ως βασικό εργαλείο πίεσης στο διεθνές εμπόριο.
Ωστόσο, η αντίδραση του Αμερικανού προέδρου ήταν άμεση. Λίγες ώρες μετά την ετυμηγορία, ανακοίνωσε ότι υπέγραψε νέο διάταγμα για την επιβολή παγκόσμιου δασμού 10%, ο οποίος θα τεθεί σε ισχύ στις 24 Φεβρουαρίου και θα διαρκέσει 150 ημέρες, επιχειρώντας να διατηρήσει τον έλεγχο της εμπορικής ατζέντας.
Τι αλλάζει για επιχειρήσεις και καταναλωτές
Η απόφαση ουσιαστικά ακυρώνει τους «ανταποδοτικούς» δασμούς, χωρίς όμως να επηρεάζει επιβαρύνσεις που αφορούν συγκεκριμένους κλάδους, όπως τα αυτοκίνητα, ο χάλυβας, το αλουμίνιο και τα φαρμακευτικά προϊόντα. Η διαφοροποίηση αυτή περιορίζει το εύρος της δικαστικής παρέμβασης, αλλά δεν αναιρεί τη σημασία της.
Σύμφωνα με τον επικεφαλής οικονομολόγο της EY-Parthenon, Γκρέγκορι Ντάκο, η άμεση συνέπεια αναμένεται να είναι η αισθητή μείωση του μέσου δασμολογικού συντελεστή στα εισαγόμενα προϊόντα, από 16,8% σε περίπου 9,5%. Πρόκειται για εξέλιξη που δυνητικά ελαφρύνει το κόστος για επιχειρήσεις και καταναλωτές, σε μια περίοδο αυξημένων πληθωριστικών πιέσεων.
Παράλληλα, ανοίγει ο δρόμος για αξιώσεις αποζημιώσεων από εταιρείες που κατέβαλαν τους συγκεκριμένους δασμούς. Ορισμένες είχαν ήδη κινηθεί νομικά, προβλέποντας πιθανή αρνητική για την κυβέρνηση εξέλιξη. Αν και το ακριβές ύψος των επιστροφών παραμένει ασαφές, οικονομολόγοι εκτιμούν ότι τα έσοδα από τους «ανταποδοτικούς» δασμούς θα μπορούσαν να διαμορφωθούν μεταξύ 130 και 140 δισ. δολαρίων το 2025.
Ο ίδιος ο Τραμπ είχε προειδοποιήσει για ενδεχόμενες αποζημιώσεις «εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων» σε περίπτωση δυσμενούς απόφασης, υπογραμμίζοντας το δημοσιονομικό βάρος που θα μπορούσε να προκύψει. Από την πλευρά τους, Δημοκρατικοί κυβερνήτες ζητούν ήδη επιστροφές προς τα νοικοκυριά, με χαρακτηριστικό παράδειγμα την πρόταση για επιστροφή 1.700 δολαρίων ανά οικογένεια, βάσει πανεπιστημιακών εκτιμήσεων.
Επιπτώσεις στις διεθνείς διαπραγματεύσεις
Πέρα από το οικονομικό σκέλος, η απόφαση ενδέχεται να επηρεάσει τη διαπραγματευτική ισχύ της Ουάσιγκτον. Η απειλή ή η επιβολή δασμών αποτέλεσε βασικό μοχλό πίεσης στις εμπορικές συνομιλίες με διεθνείς εταίρους, οι οποίοι σε αρκετές περιπτώσεις προσήλθαν στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων υπό τον φόβο επιπρόσθετων επιβαρύνσεων.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ έχει αναγνωρίσει ότι μια αρνητική απόφαση περιορίζει την «ευελιξία» της κυβέρνησης στη χρήση δασμών ως διαπραγματευτικού εργαλείου. Ο Λευκός Οίκος, πάντως, ξεκαθάρισε ότι ακόμη και χώρες που έχουν ήδη υπογράψει εμπορικές συμφωνίες θα υπόκεινται στον νέο πρόσθετο δασμό 10%, επιβεβαιώνοντας ότι η εμπορική στρατηγική παραμένει επιθετική.
Ο ρόλος του Κογκρέσου
Το νέο διάταγμα του Τραμπ βασίζεται σε εμπορικό νόμο του 1974, ο οποίος δίνει τη δυνατότητα στον πρόεδρο να λάβει προσωρινά μέτρα για την εξισορρόπηση σημαντικών ανισορροπιών στο ισοζύγιο πληρωμών. Η ισχύς του, ωστόσο, περιορίζεται σε διάστημα έως 150 ημερών.
Εάν η κυβέρνηση επιθυμεί να διατηρήσει το μέτρο πέραν αυτής της περιόδου, θα χρειαστεί έγκριση από το Κογκρέσο. Μια τέτοια διαδικασία θα μπορούσε να αποδειχθεί πολιτικά περίπλοκη και χρονοβόρα, ιδίως ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών και των επιφυλάξεων που εκφράζουν ακόμη και Ρεπουμπλικανοί βουλευτές για την εκτεταμένη χρήση δασμών.
Το επόμενο διάστημα αναμένεται να κρίνει όχι μόνο τη νομική τύχη των μέτρων, αλλά και το κατά πόσο η εμπορική πολιτική του Τραμπ μπορεί να διατηρήσει τη δυναμική της υπό αυξημένο δικαστικό και πολιτικό έλεγχο.









