Νέα πολιτική αντιπαράθεση ξέσπασε στις ΗΠΑ μετά τις δηλώσεις του προέδρου Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος επιτέθηκε λεκτικά σε δύο μουσουλμάνες βουλεύτριες των Δημοκρατικών, προτείνοντας ακόμη και τον εγκλεισμό τους σε ψυχιατρικό ίδρυμα και την «επιστροφή τους» στις χώρες καταγωγής τους.
Η ένταση ακολούθησε την ομιλία του για την Κατάσταση του Έθνους στο Κογκρέσο, σηματοδοτώντας ένα νέο κύκλο σφοδρής πολιτικής σύγκρουσης με επίκεντρο τη μεταναστευτική πολιτική και τα ζητήματα δημόσιας ασφάλειας.
Οι δηλώσεις Τραμπ και το επεισόδιο στο Κογκρέσο
Κατά τη διάρκεια της ομιλίας του, οι βουλεύτριες Ίλχαν Όμαρ (Μινεσότα) και Ρασίντα Τλάιμπ (Μίσιγκαν) διέκοψαν τον πρόεδρο, κατηγορώντας τον για τη σκληρή του στάση απέναντι στους παράτυπους μετανάστες.
Οι δύο πολιτικοί φώναξαν «σκοτώνετε Αμερικανούς», με την Όμαρ να αποκαλεί τον πρόεδρο «ψεύτη».
Την επόμενη ημέρα, μέσω της πλατφόρμας Truth Social, ο Τραμπ χαρακτήρισε τις δύο βουλεύτριες «παλαβές», «θεότρελες» και «ψυχικά διαταραγμένες», υποστηρίζοντας πως «μοιάζουν σαν να έπρεπε να εισαχθούν σε ψυχιατρείο» και προσθέτοντας ότι «θα έπρεπε να τις στείλουμε πίσω, εκεί από όπου ήρθαν».
Αντιδράσεις από Δημοκρατικούς και οργανώσεις
Ο ηγέτης της μειοψηφίας των Δημοκρατικών στη Βουλή, Χακίμ Τζέφρις, καταδίκασε τα σχόλια ως «ξενοφοβικά» και «επονείδιστα».
Η Ρασίντα Τλάιμπ, μέσω της πλατφόρμας Χ, υποστήριξε ότι οι δηλώσεις του προέδρου αποδεικνύουν πως «το έχει χάσει».
Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η μη κυβερνητική οργάνωση Council on American-Islamic Relations (CAIR). Ο διευθυντής της, Έντουαρντ Άχμεντ Μίτσελ, χαρακτήρισε «ρατσιστική και μισαλλόδοξη» τη ρητορική περί επιστροφής των δύο μουσουλμάνων βουλευτριών στις χώρες καταγωγής τους, τονίζοντας ότι δέχθηκαν επίθεση επειδή επέκριναν τους θανάτους Αμερικανών πολιτών από ομοσπονδιακούς πράκτορες.
Ο Λευκός Οίκος δεν απάντησε άμεσα σε σχετικό αίτημα σχολιασμού του Reuters, ενώ η εκπρόσωπος της προεδρίας Κάρολαϊν Λέβιτ είχε δηλώσει πρόσφατα ότι τα μέσα ενημέρωσης «συκοφαντούν» τον πρόεδρο με κατηγορίες περί ρατσισμού.
Στο φόντο η μεταναστευτική πολιτική και οι επιχειρήσεις της ICE
Η αντιπαράθεση εκτυλίσσεται εν μέσω της εκστρατείας μαζικών συλλήψεων μεταναστών που έχει ξεκινήσει η κυβέρνηση Τραμπ το 2025, στο πλαίσιο επιχειρήσεων απέλασης.
Οι επιχειρήσεις της U.S. Immigration and Customs Enforcement (ICE) δέχονται έντονη κριτική, ιδίως μετά τους θανάτους δύο Αμερικανών — μιας μητέρας και μιας νοσοκόμου — από πυρά ομοσπονδιακών πρακτόρων σε διαδηλώσεις στη Μινεάπολη τον Ιανουάριο.
Σύμφωνα με τα διαθέσιμα στοιχεία, τουλάχιστον οκτώ άνθρωποι έχουν χάσει τη ζωή τους φέτος υπό κράτηση της υπηρεσίας μετανάστευσης, ενώ το 2025 οι θάνατοι υπό κράτηση ανήλθαν σε τουλάχιστον 31.
Νέα πυρά κατά της σομαλικής κοινότητας
Κατά την ίδια ομιλία, ο πρόεδρος στράφηκε και κατά μελών της σομαλικής κοινότητας, υποστηρίζοντας πως «σομαλοί πειρατές» λεηλατούν τη Μινεσότα.
Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, επικαλούμενη καταγγελίες για απάτες σε βάρος του συστήματος κοινωνικής πρόνοιας από σομαλούς μετανάστες, έχει αναπτύξει χιλιάδες πράκτορες στην πολιτεία για επιχειρήσεις συλλήψεων.
Ο Τραμπ υπερασπίζεται τις ενέργειές του ως αναγκαίες για την καταπολέμηση της απάτης και τη βελτίωση της ασφάλειας, αποδίδοντας — χωρίς να παρουσιάζει αποδείξεις — την αύξηση της εγκληματικότητας στους μετανάστες.
Καταγγελίες για στοχοποίηση και νέα κριτική
Οργανώσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων υποστηρίζουν ότι η κυβερνητική πολιτική δημιουργεί κλίμα φόβου και ότι μεμονωμένα περιστατικά χρησιμοποιούνται ως πρόσχημα για τη γενικευμένη στοχοποίηση μεταναστών.
Παράλληλα, επικρίνουν τον πρόεδρο για προηγούμενες αποφάσεις απονομής χάριτος σε πρόσωπα καταδικασμένα για οικονομικές απάτες, όπως ο Τσαρλς Κούσνερ, πατέρας του γαμπρού του και νυν πρεσβευτής των ΗΠΑ στη Γαλλία.
Επιπλέον, αντιδράσεις προκάλεσε και η πρόσφατη αναδημοσίευση από τον Τραμπ, στην πλατφόρμα του, βίντεο στο οποίο ο πρώην πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα και η σύζυγός του Μισέλ Ομπάμα απεικονίζονταν με ρατσιστικό τρόπο. Το περιεχόμενο αποσύρθηκε έπειτα από τον σάλο που προκλήθηκε.











