Από αστάθεια χαρακτηρίζεται πλέον το γεωστρατηγικό τόξο Ιράν – Λίβανος – Ανατολική Μεσόγειος. Όχι αστάθεια στιγμιαία αλλά δομική και διαρκή. Η αρχική εκτίμηση περί σύντομου και βαθιού πλήγματος που θα αποκαθιστούσε την αποτροπή δυστυχώς δεν επιβεβαιώθηκε τελικά. Η αναμόρφωση της οικονομικής αγοράς συνεχίζεται. Η περιοχή εισέρχεται σε φάση ελεγχόμενης αλλά και παρατεταμένης κλιμάκωσης και πιθανώς και χερσαίας διά μέσου «συμμάχων», γιατί το ζήτημα πλέον γίνεται πιο πολύπλοκο. Ταυτοχρόνως, ετοιμάζονται χώρες να εκμεταλλευτούν τις συγκυρίες για να μεγαλώσουν τον ζωτικό τους χώρο αλλά και να ρίξουν και αυτές το καθεστώς.
Το Ιράν φαίνεται πως διατηρούσε εμπλουτισμό ουρανίου σε υψηλό επίπεδο, χωρίς επίσημη επιβεβαίωση του ακριβούς ποσοστού. Η στρατηγική του δεν βασίζεται ούτε βασιζόταν στην άμεση οπλοποίηση αλλά στη διατήρηση και πυρηνικής αβεβαιότητας, άρα και μιας δύναμης υπολογίσιμης. Παράλληλα, η ενίσχυση βαλλιστικών δυνατοτήτων και η συστηματική χρήση μη επανδρωμένων εναέριων μέσων χαμηλού κόστους συνδυαστικά δημιουργούν ασύμμετρη πίεση. Η λογική είναι σαφής: διαρκής φθορά αντί μετωπικής σύγκρουσης. Η οποία όμως δεν θα αποφευχθεί.
Στον νότιο Λίβανο η χερσαία κλιμακούμενη επιχείρηση μεταβάλλει το επιχειρησιακό περιβάλλον ξανά. Στόχος είναι η απομάκρυνση πυραυλικών και μη επανδρωμένων απειλών και η δημιουργία ζώνης ασφαλείας. Η εμπλοκή μη κρατικών δρώντων αυξάνει τον κίνδυνο λανθασμένου υπολογισμού. Το Ηνωμένο Βασίλειο ταυτόχρονα, μετά το χτύπημα σε βάση του στην Κύπρο, έχει ενισχύσει την παρουσία του με επιχειρήσεις επιτήρησης και αναχαίτισης μη επανδρωμένων απειλών, αντανακλώντας τη σοβαρότητα της απειλής από drones αλλά και πιθανούς πυραύλους.
Στα Στενά του Ορμούζ εφαρμόζεται καθεστώς ουσιαστικού περιορισμού της ναυσιπλοΐας. Ωστόσο, αυτό προκαλεί παγκόσμια αναταραχή. Δεν πρόκειται για απόλυτο αποκλεισμό αλλά για επιλεκτικό έλεγχο ροών, με ενδείξεις διευκόλυνσης πλοίων που συνδέονται με κινεζικά συμφέροντα. Η διατάραξη δεν είναι μόνο φυσική· είναι και χρηματοοικονομική, μέσω αύξησης κινδύνου και ασφαλίστρων, που προδιαθέτουν πολεμικές διαθέσεις και συρράξεις.
Η Ελλάδα αποτελεί κρίσιμο επιχειρησιακό κόμβο. Η Σούδα διατηρεί στρατηγική σημασία για ναυτικές και αεροπορικές επιχειρήσεις. Η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως διάδρομος μεταφοράς δυνάμεων και υλικού. Το Στεφανοβίκειο και ο Βόλος ενισχύουν την αεροκίνητη ικανότητα. Η προστασία των υποδομών αυτών αποτελεί πρακτική και όχι θεωρητική ανάγκη. Η Κύπρος βρίσκεται σε περιβάλλον αυξημένου κινδύνου αποδεδειγμένα. Το σύστημα Barak, που παρέχει άμυνα μέσης εμβέλειας, είναι πλήρως λειτουργικό, όμως η διάχυση μη επανδρωμένων απειλών απαιτεί ενίσχυση άμυνας μικρής εμβέλειας και ηλεκτρονικού πολέμου.
Παράλληλα, η πολιτική προστασία οφείλει να αναβαθμιστεί με δομές ανθεκτικότητας κρίσιμων υποδομών και έγκαιρης προειδοποίησης. Η συζήτηση για αναβάθμιση της Εθνικής Φρουράς σε πλήρως διαρθρωμένες Ένοπλες Δυνάμεις καθίσταται ρεαλιστική στρατηγική επιλογή, το οποίο συνεπάγεται πλήρη αρχή του διαλόγου για τους ευρωατλαντικούς θεσμούς.
Το γεωστρατηγικό τόξο Ιράν – Λίβανος – Ανατολική Μεσόγειος δεν εισέρχεται σε κλασικό πόλεμο υψηλής έντασης. Εισέρχεται σε φάση δομικής αστάθειας χαμηλής αλλά διαρκούς έντασης και «πολλαπλασιαστών έντασης» στην ευρύτερη περιοχή, η οποία επεκτείνεται σταδιακά. Πιθανώς θα δούμε και χερσαίες δυνάμεις από Πακιστάν, Αζερμπαϊτζάν, αλλά και Κούρδους να επιτίθενται στο Ιράν και εντέλει ίσως και Αμερικανούς και -αν χρειαστεί άλλες- δυνάμεις από τη συμμαχία των «προθύμων», όπως οι αραβικές αλλά και ευρωπαϊκές χώρες.
Ο κ. Ευθυμιόπουλος είναι διευθυντής στο Strategy International (SI) και καθηγητής Ασφάλειας και Στρατηγικής στο Πανεπιστήμιο Vytautas Magnus στο Κάουνας της Λιθουανίας







