Δραματική ανατροπή σημειώνεται στην υπόθεση των Ιρανών ποδοσφαιριστριών που συγκλόνισε τη διεθνή κοινή γνώμη. Τρεις από τις αθλήτριες που είχαν ζητήσει πολιτικό άσυλο στην Αυστραλία αποφάσισαν τελικά να επιστρέψουν στην πατρίδα τους, παρά τους αρχικούς φόβους για την ασφάλειά τους.
Η ιστορία ξεκίνησε ως μια πράξη ακραίου θάρρους, όταν ποδοσφαιρίστριες της εθνικής ομάδας γυναικών αρνήθηκαν να ψάλουν τον εθνικό ύμνο του Ιράν σε διεθνή αναμέτρηση για το Ασιατικό Κύπελλο Γυναικών τον Φεβρουάριο, προκαλώντας την οργή της Τεχεράνης. Μετά τον σάλο που προκλήθηκε στο Ιράν από την κίνησή τους μερικές παίκτριες της εθνικής ομάδας εξέφρασαν φόβους για τη σωματική τους ακεραιότητα, σε περίπτωση που επέστρεφαν στην πατρίδα τους και εξέφρασαν την επιθυμία για πολιτικό άσυλο στην Αυστραλία.
Στην υπόθεση παρενέβη και ο Ντόναλντ Τραμπ. Η παρέμβασή του υπήρξε καταλυτική, καθώς πίεσε δημόσια την αυστραλιανή κυβέρνηση να τους παραχωρήσει άσυλο, χαρακτηρίζοντάς τες «σύμβολα γενναιότητας και ελευθερίας». Έξι παίκτριες και ένα μέλος του προσωπικού της ομάδας πήραν ανθρωπιστική βίζα στην Αυστραλία, ενώ η υπόλοιπη ομάδα πέταξε από το Σίδνεϊ προς τη Μαλαισία στις 9 Μαρτίου.
Ωστόσο, η πραγματικότητα αποδείχθηκε σκληρότερη. Από τα επτά αρχικά μέλη που έλαβαν τη βίζα, μόνο τρία παραμένουν πλέον οριστικά στην Αυστραλία. Οι άλλες τρεις αθλήτριες και το μέλος της αποστολής, πιθανώς υπό το βάρος οικογενειακών πιέσεων ή του φόβου για αντίποινα στους οικείους τους, επέλεξαν τον επαναπατρισμό, εγκαταλείποντας την ασφάλεια που τους προσέφερε η Καμπέρα.
Εφημερίδα Απογευματινή









