Η ιστορία της Κύπρου µοιάζει συχνά µε έναν κύκλο που δεν κλείνει ποτέ. Από την περίοδο της Αγγλοκρατίας και τον απελευθερωτικό αγώνα της ΕΟΚΑ (1955-1959), µέχρι την τουρκική εισβολή του 1974 και την κατάληψη του βόρειου τµήµατος του νησιού, η Μεγαλόνησος βίωσε και συνεχίζει να βιώνει µία από τις πιο έντονες και δραµατικές διαδροµές του Ελληνισµού στον 20ό αιώνα. Οι πρόσφατες επιθέσεις στις αρχές Μαρτίου µε drones στις βρετανικές βάσεις στο Ακρωτήρι οδήγησαν στην άµεση κινητοποίηση της Ευρώπης, η οποία δηµιούργησε µια «ασπίδα άµυνας» για το νησί, ενώ ταυτόχρονα πυροδοτήθηκε η συζήτηση σχετικά µε τη συνολική προστασία του Κύπρου, θέτοντας επί τάπητος το ζήτηµα των βάσεων, αφού πρόκειται για ένα κατάλοιπο της Αγγλοκρατίας, που παραµένει µέχρι σήµερα ζωντανό, όχι ως ανάµνηση, αλλά ως απτή πραγµατικότητα. Λίγες ηµέρες πριν από την εθνική επέτειο της 1ης Απριλίου, η Λευκωσία φαίνεται να επιθυµεί την επαναδιαπραγµάτευση των ρυθµίσεων ασφαλείας, που προβλέπονται στη συνθήκη του 1960, µε την οποία η Κύπρος ανεξαρτητοποιήθηκε και ιδρύθηκαν οι Περιοχές Κυρίαρχων Βάσεων Ακρωτηρίου και ∆εκέλειας.
Ιστορική αντίφαση
Οι βρετανικές βάσεις δεν είναι απλώς στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Αποτελούν κυρίαρχες περιοχές υπό βρετανικό έλεγχο, ένα ιδιότυπο αποµεινάρι αποικιοκρατίας µέσα σε ένα ανεξάρτητο κράτος. Για πολλούς, αυτό συνιστά ιστορική αντίφαση: Πώς είναι δυνατόν ένας λαός, που αγωνίστηκε για αυτοδιάθεση, να εξακολουθεί να δέχεται ξένη κυριαρχία στο έδαφός του;
Για να κατανοήσει κάποιος τη σηµερινή κατάσταση, πρέπει να επιστρέψει στις ρίζες της. Η βρετανική παρουσία στην Κύπρο ξεκίνησε το 1878 και παγιώθηκε το 1925, όταν η Βρετανία ανακήρυξε επίσηµα τη νήσο «Αποικία του Στέµµατος». Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου αναπτύχθηκαν στρατηγικές υποδοµές, που εξυπηρετούσαν τα συµφέροντά της στην Ανατολική Μεσόγειο.
Η Κύπρος δεν ήταν απλώς µια αποικία, αλλά ένα γεωπολιτικό εργαλείο.
Ο αγώνας της ΕΟΚΑ υπήρξε η κορύφωση της αντίδρασης των Κυπρίων, αφού µε κεντρικό αίτηµα την αποτίναξη της βρετανικής αποικιοκρατίας και την Ενωση µε την Ελλάδα, αλλά και µε βαθύτερη επιθυµία για ελευθερία, συγκρούστηκαν µε τη βρετανική εξουσία σε έναν πόλεµο άνισο, αλλά καθοριστικό. Η ανεξαρτησία που ακολούθησε, µέσω των Συµφωνιών Ζυρίχης-Λονδίνου (1959), δεν ήταν πλήρης απελευθέρωση. Αντίθετα, περιείχε συµβιβασµούς, που διαµόρφωσαν τη σύγχρονη
κυπριακή πραγµατικότητα. Ενας από αυτούς ήταν η διατήρηση των βάσεων.
Οι περιοχές του Ακρωτηρίου και της ∆εκέλειας παρέµειναν υπό πλήρη βρετανική κυριαρχία, µε τη συγκατάθεση της νεοσύστατης κυβέρνησης, µια απόφαση που δικαιολογήθηκε τότε ως αναγκαία για τη σταθερότητα και την ασφάλεια της περιοχής.
Σήµερα, περισσότερο από µισό αιώνα µετά, το ερώτηµα παραµένει: Τι σηµαίνουν αυτές οι βάσεις στην πράξη; Από τη µία πλευρά αποτελούν σηµαντικό
στρατηγικό κόµβο για τη ∆ύση. Η γεωγραφική θέση της Κύπρου, κοντά στη Μέση Ανατολή, καθιστά τις βάσεις πολύτιµες για στρατιωτικές επιχειρήσεις,
επιτήρηση και ανθρωπιστικές αποστολές. Σε περιόδους κρίσεων, όπως οι συγκρούσεις στη Συρία ή η αστάθεια στην ευρύτερη περιοχή, οι βάσεις λειτουργούν ως προκεχωρηµένα φυλάκια ισχύος. Από την άλλη πλευρά, για πολλούς Κυπρίους -και όχι µόνο- η ύπαρξή τους εγείρει ζητήµατα κυριαρχίας και αξιοπρέπειας. Η διατήρηση ξένου εδάφους µέσα σε ένα ανεξάρτητο κράτος προκαλεί εύλογους προβληµατισµούς: Μέχρι ποιο σηµείο είναι πλήρης η ανεξαρτησία; Και ποια είναι τα όρια των διεθνών συµφωνιών, όταν αυτές συγκρούονται µε το λαϊκό αίσθηµα; Επιπλέον, υπάρχουν και πρακτικές διαστάσεις, αφού οι βάσεις απολαµβάνουν ένα καθεστώς sui generis, ενώ έχουν δικό τους νοµικό πλαίσιο. ∆εν µπορεί να αγνοηθεί, βέβαια, ότι η παρουσία τους εντάσσεται και σε ένα ευρύτερο πλέγµα διεθνών
σχέσεων. Η Κύπρος, ως κράτος-µέλος της Ε.Ε. και µε σύνθετο γεωπολιτικό περιβάλλον, καλείται να ισορροπήσει ανάµεσα σε ιστορικές µνήµες και σύγχρονες ανάγκες. Η πλήρης αποµάκρυνση των βάσεων δεν είναι απλώς ένα πολιτικό αίτηµα, αλλά ένα ζήτηµα που αγγίζει διεθνείς ισορροπίες.
Οι επιθέσεις στο Ακρωτήρι
Με τον πόλεµο στη Μέση Ανατολή να µαίνεται και µετά τις επιθέσεις µε drones στις βάσεις, η Κύπρος ζητά νέες και βελτιωµένες βρετανικές εγγυήσεις
ασφαλείας, καθώς θεωρεί ότι οι ισχύουσες ρυθµίσεις δεν ανταποκρίνονται πλέον στις ανάγκες της σύγχρονης εποχής, µε την επαναδιαπραγµάτευσή τους να
τοποθετείται µόλις τελειώσει ο πόλεµος στο Ιράν.
Η κυπριακή κυβέρνηση ανέφερε ότι «έλαβε νοµικές συµβουλές σχετικά µε το ζήτηµα των συµφωνιών του 1960», προσθέτοντας: «Το ζήτηµα της ασφάλειας είναι περίπλοκο και θα αποτελέσει αντικείµενο συζήτησης µε τη βρετανική πλευρά». Ο Βρετανός πρωθυπουργός Κιρ Στάρµερ υποσχέθηκε στον πρόεδρο της Κύπρου, Νίκο Χριστοδουλίδη, ότι οι βάσεις δεν θα χρησιµοποιηθούν σε καµία επιθετική ενέργεια εναντίον του Ιράν και δήλωσε ότι η ασφάλεια της Κύπρου έχει «υψίστη σηµασία» για το Ηνωµένο Βασίλειο. Ωστόσο, το βρετανικό υπουργείο Αµυνας ανέφερε ότι το καθεστώς των βάσεων δεν αποτελεί αντικείµενο διαπραγµάτευσης.
Αδιαµφισβήτητα, οι επιθέσεις στις βάσεις στο Ακρωτήρι αποτέλεσαν ταπείνωση για τη Βρετανία, η οποία δεν διέθετε πολεµικά πλοία στην περιοχή.
Ελλάδα και Γαλλία έσπευσαν να στείλουν δυνάµεις στο νησί, αφού ζήτησε βοήθεια από τα άλλα κράτη-µέλη της Ευρωπαϊκής Ενωσης. Βοήθεια έστειλαν
και η Ιταλία και η Ολλανδία, ενώ ακολούθησε µε καθυστέρηση η Βρετανία, µε τον πρωθυπουργό Κιρ Στάρµερ να δέχεται οξύτατη κριτική για την αργοπορία στις αντιδράσεις του. Το βρετανικό αντιτορπιλικό «Dragon» τελικά έφτασε στην Κύπρο περίπου τρεις εβδοµάδες µετά τις επιθέσεις και η Βρετανία πλέον καλείται να απαντήσει σε ερωτήµατα σχετικά µε το κατά πόσο οι δυνάµεις της είναι σε θέση να προστατεύσουν τις δύο βάσεις.
Αναγκαίο κακό;
Οπως φαίνεται, οι βρετανικές βάσεις δεν είναι µόνο στρατιωτικές εγκαταστάσεις. Είναι ένα σύµβολο για άλλους αναγκαίο και για άλλους ενοχλητικό, καθώς αντιπροσωπεύουν τη συνέχεια της Ιστορίας µέσα στο παρόν, µια υπενθύµιση ότι η ανεξαρτησία δεν είναι πάντα απόλυτη, αλλά συχνά αποτέλεσµα συµβιβασµών.
Ισως, λοιπόν, το πραγµατικό ερώτηµα δεν είναι µόνο γιατί παραµένουν, αλλά πώς επιλέγει η κυπριακή κοινωνία να τις εντάξει στη δική της αφήγηση: ως κατάλοιπο µιας εποχής που δεν έχει ακόµη κλείσει ή ως στοιχείο µιας νέας πραγµατικότητας, όπου η Ιστορία και η γεωπολιτική συνυπάρχουν, συχνά άβολα, αλλά αναπόφευκτα;
Της Μαριλού Χατζηκλεάνθους
Κυριακάτικη Απογευματινή











