Ραγδαίες προμηνύονται οι εξελίξεις στο μέτωπο του πολέμου στη Μέση Ανατολή, με τον πρόεδρο των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, να απευθύνει διάγγελμα τα ξημερώματα της Πέμπτης (περί τις 4 ώρα Ελλάδας) και τον Ιρανό ομόλογό του, Μασούντ Πεζεσκιάν, να δημοσιεύει επίσης μήνυμα προς τον αμερικανικό λαό.
Στην ανοιχτή επιστολή του, εν μέσω αντιφατικών δηλώσεων και αναρτήσεων που προκαλούν σύγχυση από τον Ντόναλντ Τραμπ, ο Μασούντ Πεζεσκιάν δηλώνει ότι η Τεχεράνη «δεν τρέφει καμία εχθρότητα προς τους απλούς Αμερικανούς», περιγράφοντας τη χώρα του ως έναν αρχαίο πολιτισμό με αμυντικό ιστορικό.
«Το Ιράν, στη σύγχρονη ιστορία του, δεν έχει επιλέξει ποτέ τον δρόμο της επιθετικότητας, της επέκτασης, του αποικιοκρατισμού ή της κυριαρχίας… Το Ιράν δεν έχει ξεκινήσει ποτέ πόλεμο. Ωστόσο, έχει αποκρούσει με αποφασιστικότητα και γενναιότητα όσους έχουν επιτεθεί σε αυτό».
Παράλληλα, υποστηρίζει ότι η παρουσίαση του Ιράν ως απειλής «δεν συνάδει ούτε με την ιστορική πραγματικότητα ούτε με τα σημερινά δεδομένα». «Μια τέτοια αντίληψη είναι προϊόν των πολιτικών και οικονομικών πεποιθήσεων των ισχυρών – της ανάγκης να κατασκευαστεί ένας εχθρός προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση πίεσης, να διατηρηθεί η στρατιωτική κυριαρχία, να στηριχθεί η βιομηχανία όπλων και να ελεγχθούν στρατηγικές αγορές».
Αναφερόμενος στις επιθέσεις κατά ιρανικών υποδομών, σημειώνει ότι «η στόχευση ζωτικών υποδομών του Ιράν πλήττει τον ιρανικό λαό και τέτοιες ενέργειες έχουν συνέπειες που ξεπερνούν κατά πολύ τα σύνορα της χώρας».
Σε άλλο σημείο, ο Ιρανός πρόεδρος υποστηρίζει ότι η τρέχουσα δυσπιστία του Ιράν απέναντι στην Ουάσινγκτον οφείλεται σε διάφορους λόγους, μεταξύ των οποίων η ξένη παρέμβαση και οι «απάνθρωπες κυρώσεις». «Οι σχέσεις μεταξύ του Ιράν και των Ηνωμένων Πολιτειών δεν ήταν αρχικά εχθρικές, και οι πρώτες επαφές μεταξύ του ιρανικού και του αμερικανικού λαού δεν συνοδεύονταν από εχθρότητα ή ένταση».
Ωστόσο, ο Πεζεσκιάν σημειώνει ότι η «καμπή» ήταν το πραξικόπημα του 1953, περιγράφοντάς το ως «μια παράνομη αμερικανική επέμβαση με στόχο την αποτροπή της εθνικοποίησης των πόρων του Ιράν». Σύμφωνα με τον ίδιο, η δυσπιστία έγινε πιο έντονη «μέσω της υποστήριξης της διακυβέρνησης του πρώην ηγέτη Ρεζά Σαχ Πεχλεβί, της στήριξης του Σαντάμ Χουσεΐν, των εκτεταμένων κυρώσεων και της απρόκλητης στρατιωτικής επιθετικότητας – δύο φορές, εν μέσω διαπραγματεύσεων, εναντίον του Ιράν».
«Η συνέχιση της στρατιωτικής επιθετικότητας και οι πρόσφατες βομβιστικές επιθέσεις επηρεάζουν βαθιά τη ζωή, τις στάσεις και τις προοπτικές των ανθρώπων» προσθέτει.
Αναφερόμενος στον πόλεμο των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν, ο Ιρανός πρόεδρος αμφισβητεί ποια συμφέροντα εξυπηρετεί η αμερικανική στρατιωτική δράση εναντίον του Ιράν, χαρακτηρίζοντάς την ως δαπανηρή τόσο για τους Ιρανούς όσο και για τους Αμερικανούς. «Υπήρχε κάποια αντικειμενική απειλή από το Ιράν που να δικαιολογεί μια τέτοια συμπεριφορά;» διερωτάται.
«Η σφαγή αθώων παιδιών, η καταστροφή φαρμακευτικών εγκαταστάσεων για τη θεραπεία του καρκίνου ή η υπερηφάνεια για τον βομβαρδισμό μιας χώρας ώστε να «επιστρέψει στη λίθινη εποχή» εξυπηρετούν κάποιο άλλο σκοπό εκτός από την περαιτέρω υποβάθμιση της παγκόσμιας εικόνας των Ηνωμένων Πολιτειών;»
Ο Πεζεσκιάν αμφισβητεί επίσης τον ρόλο του Ισραήλ στον πόλεμο, ρωτώντας: «Δεν ισχύει επίσης ότι η Αμερική έχει εμπλακεί σε αυτή την επιθετική ενέργεια ως πληρεξούσιος του Ισραήλ, επηρεασμένη και χειραγωγημένη από το καθεστώς αυτό;». «Δεν είναι προφανές ότι το Ισραήλ στοχεύει πλέον να πολεμήσει στο Ιράν μέχρι και ο τελευταίος Αμερικανός στρατιώτης και να (σ.σ. ξοδευτεί) το τελευταίο δολάριο των Αμερικανών φορολογουμένων — μεταθέτοντας το βάρος στο Ιράν, στην περιοχή και στις ίδιες τις Ηνωμένες Πολιτείες, επιδιώκοντας παράνομα συμφέροντα;»
Τι θα πει στο διάγγελμα ο Τραμπ
Πριν από έναν μήνα είχε ανακοινώσει, με βιντεοσκοπημένο μήνυμά του, από την κατοικία του στη Φλόριντα, φορώντας κασκέτο και χωρίς γραβάτα, ότι οι ΗΠΑ ξεκινούν πόλεμο στο Ιράν.
Με μεγαλύτερη επισημότητα, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ θα κάνει τα ξημερώματα της Πέμπτης το πρώτο του διάγγελμα προς το έθνος μετά την έναρξη του πολέμου αυτού που φαίνεται ότι του κοστίζει πολιτικά.
Στις 9 το βράδυ, τοπική ώρα (4 τα ξημερώματα ώρα Ελλάδας) ο Αμερικανός πρόεδρος υποσχέθηκε ότι θα κάνει μια «σημαντική» ενημέρωση για τη στρατιωτική επιχείρηση «Επική Οργή» που ξεκίνησε στις 28 Φεβρουαρίου.
Σύμφωνα με έναν αξιωματούχο του Λευκού Οίκου που μίλησε στο Γαλλικό Πρακτορείο, ο Τραμπ θα επαναλάβει, όπως το κάνει σχεδόν από την αρχή, ότι «ο αμερικανικός στρατός πέτυχε όλους τους στόχους που είχαν οριστεί πριν από την επιχείρηση». Με άλλα λόγια, όπως απαρίθμησε αυτός ο αξιωματούχος: «κατέστρεψε» τις πυραυλικές δυνατότητες του Ιράν, «αφάνισε» το πολεμικό ναυτικό του, «διασφάλισε ότι οι τρομοκράτες σύμμαχοι του δεν μπορούν πλέον να αποσταθεροποιήσουν την περιοχή» και «διασφάλισε ότι το Ιράν δεν θα αποκτήσει ποτέ πυρηνικά όπλα».
Σύμφωνα πάντα με την ίδια πηγή, ο Τραμπ θα επαναλάβει ότι ο στόχος του είναι να ολοκληρωθεί η επιχείρηση «μέσα σε δύο με τρεις εβδομάδες».
Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει ήδη δηλώσει ότι το τέλος του πολέμου δεν εξαρτάται ούτε από τις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη, ούτε από την κατάσταση στο Στενό του Ορμούζ.
Πέρα από το να καθησυχάσει τους Αμερικανούς, που στις δημοσκοπήσεις εμφανίζονται επιφυλακτικοί, ότι όλα είναι υπό έλεγχο, λίγους μήνες πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές για την ανανέωση του Κογκρέσου, ο 79χρονος Τραμπ ενδέχεται να ανοίξει ένα νέο μέτωπο, αυτήν τη φορά διπλωματικό, εναντίον του ΝΑΤΟ.
Η βρετανική εφημερίδα The Telegraph τον ρώτησε αν εξετάζει το ενδεχόμενο να αποσύρει τις ΗΠΑ από το ΝΑΤΟ μετά τον πόλεμο και εκείνος δεν το απέκλεισε.
Το συνταγματικό περιθώριο του προέδρου των ΗΠΑ για να προβεί σε μια τέτοια ενέργεια δεν είναι σαφές. Το θέμα του ΝΑΤΟ πάντως θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί από την κυβέρνησή του ως αντιπερισπασμός. Ο Τραμπ επιμένει ότι οι σύμμαχοι των ΗΠΑ θα έπρεπε να βοηθήσουν για να ξανανοίξει το Στενό του Ορμούζ, εξαιτίας του οποίου έχει εκτοξευτεί η τιμή του πετρελαίου παγκοσμίως. Επαναλαμβάνει επίσης ότι το ΝΑΤΟ κοστίζει ακριβά στους Αμερικανούς φορολογουμένους που έχουν ήδη επωμιστεί το σημαντικό κόστος του πολέμου στο Ιράν.
Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι οι ψηφοφόροι, στην πλειονότητά τους, διαφωνούν με τον πόλεμο, έστω και αν η βάση των «MAGA» παραμένει πιστή στον πρόεδρο. Παρατηρείται επίσης σημαντική μείωση της εμπιστοσύνης των πολιτών στον πρόεδρο σε ένα από τα βασικά «ατού» του κατά τη διάρκεια της προεκλογικής εκστρατείας: μόλις το 31% των Αμερικανών τον εμπιστεύεται για τη διαχείριση της οικονομίας της χώρας, το χαμηλότερο ποσοστό που έχει καταγράψει σε όλη την πολιτική καριέρα του, σύμφωνα με την τελευταία δημοσκόπηση του τηλεοπτικού δικτύου CNN και του ινστιτούτου SSRS.









