Η κατανάλωση αλκοόλ δεν είναι ακίνδυνη σε καμία ηλικία, όμως μετά τα 65 οι επιπτώσεις γίνονται πιο έντονες και συχνά πιο επικίνδυνες, ακόμη και αν οι ποσότητες παραμένουν ίδιες.
«Το αλκοόλ επηρεάζει σχεδόν κάθε όργανο του σώματος, αλλά στους μεγαλύτερους οι επιδράσεις είναι πιο ισχυρές», επισημαίνει στους ΝΥΤ η δρ Σάρα Τζο Νίξον, ειδική στην έρευνα εξαρτήσεων. Με την ηλικία μειώνεται η μυϊκή μάζα και το νερό στον οργανισμό, με αποτέλεσμα το αλκοόλ να συγκεντρώνεται περισσότερο στο αίμα. Αυτό σημαίνει ότι ένα ποτό μπορεί να έχει συγκριτικά πολύ ισχυρότερη επίδραση.
Στην πράξη, αυτό μεταφράζεται σε αυξημένο κίνδυνο ζάλης, αστάθειας και πτώσεων. Παράλληλα, το αλκοόλ επηρεάζει πιο έντονα τη μνήμη και τη συγκέντρωση, ακόμη και σε χαμηλές ποσότητες.
Η συστηματική κατανάλωση συνδέεται με μεγαλύτερη πιθανότητα εμφάνισης χρόνιων παθήσεων, όπως υπέρταση, καρδιοπάθειες, διαβήτης και άνοια. Επιπλέον, μπορεί να επιδεινώσει ήδη υπάρχοντα προβλήματα υγείας.
Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και στη λήψη φαρμάκων. Το αλκοόλ μπορεί να αλληλεπιδράσει, μειώνοντας την αποτελεσματικότητα φαρμάκων ή προκαλώντας παρενέργειες, όπως αρρυθμίες ή αιμορραγίες.
Οι ειδικοί συνιστούν σαφή όρια: έως ένα ποτό ημερησίως για άτομα άνω των 65 ετών και αποφυγή υπερκατανάλωσης. Εξίσου σημαντικό είναι να παρακολουθεί κανείς πώς αντιδρά ο οργανισμός του και να προσαρμόζει ανάλογα τη συμπεριφορά του.
Δεν υπάρχει «ασφαλές» είδος αλκοόλ – η επιβάρυνση εξαρτάται από την ποσότητα. Η μείωση της κατανάλωσης αποτελεί την πιο αξιόπιστη στρατηγική για καλύτερη υγεία και ποιότητα ζωής στην τρίτη ηλικία.
Eφημερίδα Απογευματινή











