Politico: Μυστικό σχέδιο Βενεζουέλας–Ιράν για βαλλιστικούς πυραύλους – Σενάριο πλήγματος στις ΗΠΑ

Εσωτερικά έγγραφα αποκαλύπτουν προχωρημένες διαπραγματεύσεις – Η παρέμβαση των ΗΠΑ ανέτρεψε συμφωνία εκατοντάδων εκατομμυρίων
10:50 - 10 Απριλίου 2026

Σημαντικές αποκαλύψεις για ένα άκρως ευαίσθητο γεωπολιτικό σχέδιο φέρνει στο φως δημοσίευμα του Politico, σύμφωνα με το οποίο η Βενεζουέλα είχε προχωρήσει το 2020 σε συζητήσεις με το Ιράν για την αγορά βαλλιστικών πυραύλων, με δυνατότητες που θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ισορροπία ισχύος ακόμη και απέναντι στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πληροφορίες βασίζονται σε εσωτερικά έγγραφα του υπουργείου Άμυνας της Βενεζουέλας, τα οποία περιγράφουν με λεπτομέρεια τον σχεδιασμό, τη χρηματοδότηση και την επιχειρησιακή αξιοποίηση ενός τέτοιου εξοπλιστικού προγράμματος.

Τα έγγραφα καταδεικνύουν ότι ήδη από τον Ιανουάριο του 2020 το σχέδιο είχε λάβει συγκεκριμένη μορφή, με την έγκριση της πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας. Το υπόμνημα, που φέρεται να εγκρίθηκε από τον τότε υπουργό Άμυνας Βλαντίμιρ Παντρίνο Λόπεζ, προέβλεπε την αγορά επιθετικών πυραυλικών συστημάτων από το Ιράν, καθώς και τη δημιουργία μηχανισμών χρηματοδότησης μέσω κρατικών εταιρειών, πιθανότατα με στόχο την αποφυγή διεθνών κυρώσεων και ελέγχων. Παράλληλα, ιδιαίτερη έμφαση δινόταν στον τρόπο ανάπτυξης των συστημάτων, με πρόβλεψη για εγκατάστασή τους σε πολεμικά πλοία, κάτι που θα προσέδιδε αυξημένη ευελιξία και επιχειρησιακή εμβέλεια.

Η επιλογή αυτή θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς η ναυτική πλατφόρμα θα μπορούσε να επιτρέψει τη μεταφορά και εκτόξευση πυραύλων από διαφορετικά σημεία, ενισχύοντας τη στρατηγική αποτρεπτική ικανότητα της Βενεζουέλας. Υπό αυτές τις συνθήκες, εκτιμάται ότι θα ήταν θεωρητικά δυνατή η πραγματοποίηση πληγμάτων σε μεγάλες αποστάσεις, γεγονός που εξηγεί και την έντονη ανησυχία που προκλήθηκε στην Ουάσιγκτον.

Οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν από νωρίς πλήρη εικόνα των επαφών μεταξύ Καράκας και Τεχεράνης και αντέδρασαν άμεσα, ασκώντας ισχυρή διπλωματική πίεση. Κατά την περίοδο της προεδρίας του Ντόναλντ Τραμπ, η αμερικανική κυβέρνηση φέρεται να παρακολουθούσε στενά τις διαπραγματεύσεις, διαμηνύοντας σε όλους τους τόνους ότι μια τέτοια συμφωνία θα ήταν μη αποδεκτή. Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία είχε ο τότε ειδικός απεσταλμένος Έλιοτ Έιμπραμς, ο οποίος επιβεβαίωσε ότι η Ουάσιγκτον είχε γνώση των συνομιλιών και είχε καταστήσει σαφές πως δεν θα επέτρεπε την υλοποίησή τους.

Υπό το βάρος της αμερικανικής πίεσης αλλά και της βαθιάς οικονομικής κρίσης που αντιμετώπιζε η χώρα, η κυβέρνηση του Νικολάς Μαδούρο φέρεται να υπαναχώρησε από το σχέδιο. Η συμφωνία, η οποία εκτιμάται ότι θα ξεπερνούσε τα 400 εκατομμύρια δολάρια, δεν προχώρησε τελικά, αφήνοντας ωστόσο πίσω της σοβαρά ερωτήματα για το εύρος και τη σοβαρότητα των διαπραγματεύσεων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι δημόσιες τοποθετήσεις του Μαδούρο εκείνη την περίοδο, καθώς τον Αύγουστο του 2020 είχε δηλώσει ότι η αγορά πυραύλων από το Ιράν «δεν είχε εξεταστεί», προσθέτοντας ωστόσο ότι θα μπορούσε να αποτελεί «καλή ιδέα». Η αντίφαση αυτή μεταξύ των δηλώσεων και των εσωτερικών εγγράφων ενισχύει τις υποψίες ότι οι συνομιλίες ήταν πολύ πιο προχωρημένες από ό,τι είχε γίνει γνωστό.

Οι σχέσεις μεταξύ Βενεζουέλα και Ιράν έχουν μακρά ιστορία και έχουν ενισχυθεί σημαντικά τις τελευταίες δεκαετίες, ιδιαίτερα κατά την περίοδο διακυβέρνησης του Ούγκο Τσάβες. Η συνεργασία των δύο χωρών εκτείνεται σε πολλαπλά επίπεδα, από την ενέργεια και την οικονομία μέχρι και τον στρατιωτικό τομέα, όπου περιλαμβάνονται και προηγούμενες προμήθειες εξοπλισμών, όπως μη επανδρωμένα αεροσκάφη.

Οι αποκαλύψεις αυτές αναδεικνύουν τις ευρύτερες γεωπολιτικές εντάσεις και ενισχύουν τις ανησυχίες για τη δημιουργία ενός άξονα συνεργασίας που θα μπορούσε να επηρεάσει την περιφερειακή και διεθνή ασφάλεια. Παρότι το συγκεκριμένο σχέδιο δεν υλοποιήθηκε, η ίδια η ύπαρξή του υπογραμμίζει την πρόθεση μεταφοράς στρατιωτικής ισχύος πιο κοντά στα αμερικανικά σύνορα, γεγονός που εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο ζήτημα για τη στρατηγική των Ηνωμένες Πολιτείες και τη σταθερότητα στην ευρύτερη περιοχή.