Μια απλή εξέταση αίματος θα μπορούσε στο μέλλον να συμβάλει στον εντοπισμό της νόσου Αλτσχάιμερ πολλά χρόνια πριν από την εμφάνιση των πρώτων συμπτωμάτων, σύμφωνα με νέα επιστημονική μελέτη που δημοσιεύθηκε στο έγκριτο ιατρικό περιοδικό «The Lancet».
Η έρευνα, η οποία πραγματοποιήθηκε από επιστήμονες με επικεφαλής το Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας στο Σαν Φρανσίσκο, κατέγραψε για πρώτη φορά συσχέτιση μεταξύ συγκεκριμένων βιοδεικτών στο αίμα και ήπιων γνωστικών μεταβολών σε άτομα μέσης ηλικίας που δεν είχαν διαγνωστεί με άνοια.
Οι βιοδείκτες που «προδίδουν» τη νόσο
Οι ερευνητές επικεντρώθηκαν σε δείκτες που σχετίζονται με δύο βασικά χαρακτηριστικά της νόσου Αλτσχάιμερ: τις αμυλοειδείς πλάκες και την πρωτεΐνη Ταυ.
Στο πλαίσιο της μελέτης εξετάστηκαν 1.350 ενήλικες στις Ηνωμένες Πολιτείες, με μέση ηλικία τα 61 έτη, οι οποίοι δεν εμφάνιζαν άνοια. Οι επιστήμονες μέτρησαν τα επίπεδα των βιοδεικτών βήτα αμυλοειδούς Αβ42 και Αβ40, καθώς και της πρωτεΐνης p-tau217 στο αίμα τους.
Τα αποτελέσματα έδειξαν ότι αυξημένες συγκεντρώσεις αυτών των βιοδεικτών συνδέονται με χαμηλότερες επιδόσεις σε βασικές γνωστικές λειτουργίες, όπως η ταχύτητα επεξεργασίας πληροφοριών και οι εκτελεστικές λειτουργίες του εγκεφάλου, που σχετίζονται με τον σχεδιασμό, τη συγκέντρωση της προσοχής και την προσαρμογή σε νέες καταστάσεις.
Προοπτική για έγκαιρη διάγνωση και πρόληψη
Οι συντάκτες της μελέτης εκτιμούν ότι τα ευρήματα ανοίγουν τον δρόμο για την έγκαιρη ανίχνευση της νόσου Αλτσχάιμερ σε άτομα μέσης ηλικίας μέσω αιματολογικών εξετάσεων.
Παράλληλα, επισημαίνουν ότι η αντιμετώπιση γνωστών παραγόντων κινδύνου θα μπορούσε να προλάβει ή να καθυστερήσει έως και το 40% των περιπτώσεων άνοιας, ενισχύοντας τη σημασία της πρώιμης παρέμβασης.
Επιφυλάξεις από ειδικούς για τη γενικευμένη χρήση
Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα, ανεξάρτητοι ειδικοί τονίζουν ότι απαιτείται προσοχή στην αξιοποίηση των εξετάσεων αυτών σε ευρύτερο πληθυσμό.
Σε συνοδευτικό άρθρο σχολιασμού, η Anna Rosenberg από το Karolinska Institutet και η Tiia Ngandu από το Finnish Institute for Health and Welfare υπογραμμίζουν ότι σε νεότερα άτομα χωρίς γνωστικές διαταραχές οι αιματολογικές εξετάσεις ενδέχεται να παράγουν αυξημένο αριθμό ψευδώς θετικών αποτελεσμάτων.
Οι δύο ειδικοί σημειώνουν ότι οι συγκεκριμένοι βιοδείκτες δεν θα πρέπει να χρησιμοποιούνται ως μοναδικό διαγνωστικό εργαλείο, αλλά να αξιολογούνται σε συνδυασμό με πρόσθετες εξετάσεις και κλινικά κριτήρια. Επιπλέον, εκφράζουν επιφυλάξεις για τη χρήση τους σε προγράμματα μαζικού προληπτικού ελέγχου ατόμων που δεν παρουσιάζουν γνωστικά προβλήματα.











