Η σύνοδος κορυφής που φιλοξενείται στο Τίβατ του Μαυροβουνίου είχε στόχο να αποτελέσει μια επίδειξη της ανανεωμένης δέσμευσης της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) απέναντι στα Δυτικά Βαλκάνια. Αλλά οι εργασίες της συνάντησης ξεκίνησαν υπό τη σκιά ανησυχιών για ζητήματα ασφάλειας και καταγγελιών περί εξωτερικών παρεμβάσεων.
Λίγο πριν από την έναρξη της συνόδου, οι αρχές του Μαυροβουνίου απαγόρευσαν την είσοδο σε δεκάδες Σέρβους πολίτες, επικαλούμενες λόγους εθνικής ασφάλειας.
Ωστόσο, το επίκεντρο των συζητήσεων βρέθηκε αλλού: στην προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επιταχύνει την ενταξιακή πορεία των χωρών των Δυτικών Βαλκανίων και να ενισχύσει την πολιτική της επιρροή στην περιοχή.
Κατά την άφιξή του χθες στη σύνοδο, ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας, Κωνσταντίνος Αν. Τασούλας, δήλωσε ότι η Ελλάδα εδώ και δεκαετίες υποστηρίζει σθεναρά την ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων. «Είναι θέμα και εθνικού ενδιαφέροντος. Η Ελλάδα θέλει να έχει στα βόρεια σύνορά της ενωσιακό θεσμικό περιβάλλον».
Ο πρωθυπουργός, Κυριάκος Μητσοτάκης, βρέθηκε στο Τίβατ μία ημέρα νωρίτερα και συμμετείχε στο δείπνο των ηγετών της ΕΕ με τους ηγέτες χωρών των Δυτικών Βαλκανίων, κάνοντας λόγο για γρήγορη αλλά όχι πρόχειρη διεύρυνση.
Η σύνοδος ανέδειξε την αυξανόμενη βούληση των Βρυξελλών να επαναφέρουν τη διεύρυνση στο επίκεντρο της ευρωπαϊκής στρατηγικής.
Το Μαυροβούνιο εμφανίζεται σήμερα ως ο πιο προχωρημένος υποψήφιος για ένταξη. Η κυβέρνηση του πρωθυπουργού Μιλόικο Σπάγιτς εκτιμά ότι η χώρα μπορεί να γίνει το επόμενο κράτος-μέλος της ΕΕ, καθώς έχει ήδη εισέλθει στην τελική φάση των ενταξιακών διαπραγματεύσεων. Παράλληλα, η Αλβανία επιταχύνει τη δική της πορεία, ανοίγοντας διαδοχικά νέα κεφάλαια στις συνομιλίες με τις Βρυξέλλες.
Αντίθετα, η περίπτωση της Σερβίας εξακολουθεί να προβληματίζει την ευρωπαϊκή ηγεσία. Παρότι το Βελιγράδι παραμένει βασικός υποψήφιος προς ένταξη, οι ανησυχίες για το κράτος δικαίου, τη λειτουργία των δημοκρατικών θεσμών και τις σχέσεις της χώρας με τη Ρωσία συνεχίζουν να επιβαρύνουν τις σχέσεις με την ΕΕ.
Οι χώρες της περιοχής υποστηρίζουν ότι η πολυετής αναμονή αποδυναμώνει την αξιοπιστία της ευρωπαϊκής προοπτικής και ενισχύει την πολιτική αβεβαιότητα. Από την πλευρά τους, αρκετά κράτη-μέλη της Ένωσης επιμένουν ότι η διεύρυνση δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς την πλήρη εφαρμογή των απαιτούμενων μεταρρυθμίσεων.
Για να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα, Γαλλία και Γερμανία προωθούν ένα νέο μοντέλο σταδιακής ενσωμάτωσης. Η πρόταση προβλέπει τη συμμετοχή των υποψήφιων χωρών σε ορισμένους ευρωπαϊκούς θεσμούς, καθώς και περιορισμένη πρόσβαση στην ενιαία αγορά, πριν από την πλήρη ένταξη. Στόχος είναι να δοθούν απτά οικονομικά και πολιτικά οφέλη στις υποψήφιες χώρες χωρίς να παρακαμφθούν τα κριτήρια ένταξης.
Εφημερίδα Απογευματινή










