Το σµυρναίικο τραγούδι εκφραζόταν µέσα από συγκεκριµένες εικόνες. Τα θέµατά του ήταν εντοπισµένα στον χώρο και στον χρόνο, αναπτύσσονταν σε ένα ορισµένο περιβάλλον και είχαν ξεκάθαρα χαρακτηριστικά. Αυτή η τάση δηµιουργούσε ζωηρές απεικονίσεις, ενίσχυε την πειστικότητα και την αληθοφάνεια µέσα από τις λεπτοµέρειες και πλούτιζε το θεµατολόγιο µε τον πολλαπλασιασµό των θεµατικών µοτίβων. Και παρά την ειδική παρουσίαση των θεµάτων, τα τραγούδια είχαν ένα γενικότερο ενδιαφέρον, σύµφωνα και µε τη φύση της τέχνης: να παρουσιάζει το γενικό και το πανανθρώπινο µέσα από το ειδικό και το επιµέρους.
Ταιριαστή µε αυτό τον χαρακτήρα ήταν η προβολή µιας µεγάλης σειράς από τοπωνύµια που ανήκαν σε γειτονιές, συνοικίες, προάστια και περίχωρα της Σµύρνης. Αυτή η προβολή δεν είχε τη µορφή µιας στεγνής κατονοµασίας, αλλά µιας εµπνευσµένης αποτύπωσης της ατµόσφαιρας του αστικού περιβάλλοντος µε όλη τη ζωντάνια, την πολυχρωµία και την ανθρώπινη παρουσία του. Είναι αξιοπρόσεκτο το γεγονός ότι αυτοί οι τόποι και τα τοπωνύµια προβάλλονταν κατά κανόνα µέσα από τραγούδια ερωτικά και συνδέονταν µε το πρόσωπο µιας γυναίκας προς την οποία ο λαϊκός δηµιουργός εξέφραζε τον έρωτά του.
Στο ερωτικό παιχνίδι, µέσα στο πλαίσιο της ανδροκρατούµενης κοινωνίας, ο άντρας παίζει τον ρόλο του πολιορκητή και η γυναίκα τον ρόλο του πολιορκηµένου. Ο άντρας επιτίθεται και η γυναίκα αµύνεται ή παραδίνεται. Σ’ αυτή την ερωτική πολιορκία το σπίτι προστατεύει τη γυναίκα, είναι το κάστρο της. Η γυναίκα λοιπόν ταυτίζεται µε το σπίτι και αυτή η ταύτιση προεκτείνεται στη γειτονιά που περιέχει το σπίτι, επεκτείνεται στη συνοικία, την πόλη, το τοπίο. Ο άντρας έχει να διανύσει αυτές τις αποστάσεις του χώρου, που αντιστοιχούν σε διάφορα κοινωνικά εµπόδια, όπως είναι οι γονείς, ο σύζυγος, οι συγγενείς, οι γείτονες, η κοινή γνώµη, για να φτάσει στον στόχο του, στο αντικείµενο της πολιορκίας του, αν βέβαια τα πράγµατα έρθουν ευνοϊκά γι’ αυτόν. Και ο χώρος, το σπίτι, η γειτονιά, η συνοικία, συνδέονται µε τα εµπόδια και την περιπέτεια της πολιορκίας. «Εσύ κοιµάσαι στα σεντονάκια κι εγώ γυρίζω µέσ’ στα σοκάκια.
Εσύ κοιµάσαι
µε τη µαµά σουκι εγώ γυρίζω
στη γειτονιά σου».
Ο χώρος, σκηνικό και µάρτυρας του ερωτικού παιχνιδιού και δράµατος, χρωµατισµένος µε όλα τα ποικίλα και διαφορετικά συναισθήµατα που συνοδεύουν τον έρωτα, ιδωµένος µέσα από το πρίσµα της επιθυµίας, ενσωµατώνεται στην ερωτική πλοκή και γίνεται αναπόσπαστο µέρος της. Η γυναίκα, αντικείµενο της επιθυµίας, στόχος της πολιορκίας, στη συνείδηση του πολιορκητή ενώνεται µε τη συνοικία της, σέρνει µαζί της και τον χώρο της, σαν µια γοργόνα, από τη µέση και πάνω ανθρώπινο πλάσµα και από τη µέση και κάτω χώρος.
«Μικρή µου Κορδελιώτισσα,
ξανθή γαλανοµάτα,
που τρέλανες το Κορδελιό
µε τα γλυκά σου µάτια».
Ετσι έχουµε τραγούδια για την Κορδελιώτισσα, την Μπουτζαλιά, την Μπουρνοβαλιά, την Αλατσατιανή και διάφορες άλλες γυναίκες που επισηµαίνουν χώρους από την περιοχή της Σµύρνης. Κάτι ανάλογο, αλλά σε µικρότερη έκταση, γινόταν και µε το πολίτικο τραγούδι. Αυτή η προσωποποίηση του χώρου σε γυναίκα ταξίδεψε από τη Μικρά Ασία στην Αθήνα µαζί µε τους πρόσφυγες δηµιουργούς των λαϊκών τραγουδιών. Εµφανίστηκε ξανά στους προσφυγικούς συνοικισµούς της Αθήνας και του Πειραιά. Ο Παναγιώτης Τούντας, ένας Σµυρνιός συνθέτης που άρχισε να γίνεται γνωστός πριν ακόµα από την Καταστροφή, είναι ο κυριότερος εκπρόσωπος αυτής της τάσης, µετά το 1922. Στο τραγούδι του, που ακολουθεί, ένας κάτοικος του προσφυγικού συνοικισµού του Συγγρού πολιορκεί µια κοπέλα που κατοικεί σ’ έναν άλλο συνοικισµό, στην Καισαριανή:
«Εγώ έχω ιδεί κοπέλες
µε σκέρτσα και µε τρέλες,
έχω ιδεί µεγάλες οµορφιές
που ’ν’ άσπρες σαν τα κρίνα
και µε κορµάκια φίνα
όµορφες πολλές, µελαχρινές.
Μα σαν και σένα,
όµορφη µικρούλα µου,
που είδα στην Καισαριανή,
καλέ µανούλα µου!
Αχ, µ’ άναψες, µικρή µου,
φλόγα, ντέρτι και καηµό
και σαν τρελός γυρίζω
στον συνοικισµό.
Τι όµορφα µαλλάκια
µε µπούκλες και σκαλάκια,
τι φρυδάκια,
κούκλα µου, στενά,
που σαν περνάς µπροστά µου
µ’ ανάβεις τον σεβντά µου,
τέτοια µάτια δεν τα είδα
πουθενά.
Αυτά τα κάλλη, όµορφη
τσαχπίνα µου,
δεν τα ’χει άλλη στον ντουνιά,
καλέ µποµπίνα µου.
Γι’ αυτό κι εγώ εσένα
θέλω να ’χω, γιαβουκλού*,
να µας ζηλεύουν όλοι
µέσα στου Συγγρού».
[*Γιαβουκλού (τουρκική λέξη) = φιλενάδα]
Για να παρουσιάσουµε την ατµόσφαιρα που επικρατούσε λίγο-πολύ σε όλους τους προσφυγικούς συνοικισµούς της Αθήνας, του Πειραιά, της Θεσσαλονίκης και των άλλων µεγάλων πόλεων, θα σταθούµε λίγο περισσότερο σ’ έναν απ’ αυτούς, την Κοκκινιά. Τον Μάρτιο του 1923 δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες, Σµυρνιοί, Βουρλιώτες, Μανησαλήδες, Μαινεµενλήδες, Καππαδόκες, Πόντιοι, Πολίτες, Αρµένιοι και πολλοί άλλοι, άρχισαν να εγκαθίστανται στα Κόκκινα Χώµατα του Πειραιά, όπου πρώτα έµεναν µονάχα οι βοσκοί της περιοχής µαζί µε τα κοπάδια τους.
Μέχρι το 1926 ο πληθυσµός αυξήθηκε σε περισσότερους από 60.000 κατοίκους. Αλλοι άνοιξαν µικροµάγαζα, ενώ άλλοι έγιναν πλανόδιοι πωλητές. Αλλοι έπιασαν δουλειά στα εργοστάσια, στα γιαπιά και στο λιµάνι. Κυρίαρχο στοιχείο στους συνοικισµούς, οι γυναίκες. ∆ουλεύουν κατά χιλιάδες στα εργοστάσια, στα εργαστήρια και στα σπίτια, αν και η αµοιβή τους είναι πολύ χαµηλή. Κάνουν τις δουλειές του νοικοκυριού, µεγαλώνουν τα παιδιά.
Οµως έχουν ακόµα το κουράγιο να χαίρονται, να τραγουδούν και να γλεντούν. Μια περιγραφή της προσφυγικής Κοκκινιάς από την Ανζέλ Κουρτιάν σπαρταράει από ζωή και κίνηση: «Οταν φτάσαµε, µείναµε έκπληκτοι. Μας έκανε µεγάλη εντύπωση. ∆εν έµοιαζε ούτε στην Αθήνα ούτε στον Πειραιά. Λες και ήταν πανηγύρι.
Πολύς κόσµος κυκλοφορούσε χαρούµενος. Ταβέρνες, καφενεία γεµάτα κόσµο. Ορχήστρες ανατολίτικες. Κορίτσια τραγουδούσαν στη σειρά καθισµένες µε τους οργανοπαίκτες. Τα πεζοδρόµια µέχρι και τον δρόµο γεµάτα τραπεζάκια. Τα ούζα, τα σις κεµπάπ, τα τζατζίκια, οι παστουρµάδες και τα σαγανάκια µοσκοβολούσαν. Πολύς κόσµος βολτάριζε. Σωστό νυφοπάζαρο. Ηταν διάχυτη παντού η ατµόσφαιρα της Σµύρνης.
–Εδώ, θεία µου, πέφτει πολύ χρήµα. Ολοι οι νέοι της Αθήνας και του Πειραιά έρχονται για να διασκεδάσουν. Εχουν ξετρελαθεί µε τα κορίτσια, τις προσφυγοπούλες. Τις βρίσκουν πιο όµορφες και πιο εξελιγµένες. Στην αρχή ήρθαν για διασκέδαση και να βρουν καµιά καµωµατού. Οµως γρήγορα τους τυλίγει κάποια και παντρεύονται. Οι ντόπιοι έχουν κατατροµάξει για τα παιδιά τους. Τα χάνουν από το δικό τους περιβάλλον. Κάθε γονιός φοβάται µην τυχόν πάρει ο γιος του καµιά προσφυγοπούλα δίχως προίκα. Κοιτάζω γύρω µου. Πραγµατικά, πολύ όµορφα κορίτσια κάνουν βόλτες. Παρέες – παρέες, πιασµένες αγκαζέ ή χέρι – χέρι. Πειράζουν, πειράζονται γελαστές και καµωµατούδες».
Κυριακάτικη Απογευματινή







