Τον Απρίλιο του 1941 οι Γερµανοί επιτίθενται εναντίον της Ελλάδας. Η Αθήνα είχε κηρυχθεί ανοχύρωτη πόλη. Ο Πειραιάς και οι εργατικές συνοικίες του δέχτηκαν αλλεπάλληλους βοµβαρδισµούς µε πολλά θύµατα και καταστροφές. Βοµβαρδίστηκαν ακόµα και οι εκκλησίες.
Από τις δονήσεις που προκαλούσαν οι εκρήξεις, χτυπούσαν λυπητερά οι καµπάνες από µόνες τους, χωρίς να τραβήξει το σκοινί τους χέρι ανθρώπινο, τραγικό και παράλογο συµβάν µέσα στον γενικότερο παραλογισµό και την τραγικότητα του Παγκοσµίου Πολέµου. Το τραγούδι του Πειραιώτη Μαρίνου Γαβριήλ «Χιλιάδες τόνους σίδερα» αναφέρεται σε αυτούς τους γερµανικούς βοµβαρδισµούς:
«Αχ, όµορφε Περαία µου,
πώς να σε λησµονήσω;
Σαν κάτσω και σε θυµηθώ,
αµέσως θα δακρύσω.
Χιλιάδες τόνους σίδερα
σου ρίξαν πάλι σήµερα.
Οι βόµβες όπως πέφτανε,
χτυπήσαν οι καµπάνες,
και χάσαν µάνες τα παιδιά
και τα παιδιά τις µάνες».
Στις 27 Απριλίου 1941 οι Γερµανοί µπαίνουν στην Αθήνα. Ο αγκυλωτός σταυρός κυµατίζει τώρα και στην Ακρόπολη. Αρχίζει η περίοδος της Κατοχής. Οι κατακτητές τυπώνουν το λεγόµενο «κατοχικό µάρκο», ένα χαρτονόµισµα χωρίς αντίκρισµα, που όµως τους δίνει το δικαίωµα να αγοράζουν ό,τι επιθυµεί η ψυχή τους. Τα στρατεύµατα Κατοχής, σαν τις ακρίδες, ξεκοκαλίζουν όλα τα τρόφιµα της Ελλάδας µέσα σε λίγες βδοµάδες. Αντί να τα αρπάζουν, λένε ότι τα «αγοράζουν» µε το κατοχικό µάρκο που το τυπώνουν αφειδώς στα στρατόπεδά τους: «Το µάρκο δίνει το πρώτο κατοχικό χτύπηµα στον πληθυσµό της Ελλάδας. Σκουπίζουν την αγορά οι κατακτητές, όπου φθάνουν. Μπαίνουν στα κέντρα, χαιρετούν στην πόρτα, χτυπώντας τα τακούνια τους µε υψωµένο το χέρι, κι αµέσως αρχίζουν τις παραγγελίες. Με νοήµατα και χειρονοµίες, για οτιδήποτε υπάρχει. Ολα µαζί τα καταπίνουν: ρέγκες, γάλα, παντζάρια, πορτοκάλια, κεφτέδες, καταΐφι, ψητό, σαρδέλες, γιαούρτι, κρασί και µέλι. Παρόµοια µίγµατα ρίχνουν στα καζάνια και οι λόχοι τους. Η Θεσσαλονίκη, µε την παραγωγική γεωργική περιοχή της, αντέχει περισσότερο. Στην Αθήνα όµως -την πιο µαρτυρική πόλη της Ευρώπης, σε τούτον τον πόλεµο- οι ελλείψεις και στερήσεις έχουν αρχίσει και πριν από την εχθρική εισβολή».
Το φθινόπωρο του 1941, και κυρίως ο χειµώνας 1941-42, είναι η εποχή της µεγάλης πείνας. Τα τρόφιµα είναι δυσεύρετα στην πρωτεύουσα. Πολλοί πεθαίνουν από την εξάντληση, καθώς περπατούν στον δρόµο, οι άλλοι προσπερνούν αδιάφοροι – τόσο πολύ έχουν συνηθίσει αυτό το θέαµα. Εξάλλου, ο καθένας περιµένει τη σειρά
του και δεν θέλει να σπαταλά τις δυνάµεις του, που δύσκολα θα µπορεί να αναπληρώσει. Πολλοί άλλοι βρίσκονται
το πρωί νεκροί στον δρόµο: τους έχουν βγάλει εκεί οι δικοί τους τη νύχτα, για να µη δηλώσουν τον θάνατό τους, κι έτσι
να εξακολουθήσουν να χρησιµοποιούν το δελτίο τροφίµων του νεκρού.
Περισσότερο απ’ όλους υποφέρουν τα παιδιά που δεν βρίσκουν τίποτα να φάνε και να µεγαλώσουν. Σκελετωµένα και
πρησµένα από την αβιταµίνωση, ψάχνουν στους σκουπιδοτενεκέδες για να βρουν λεµονόκουπες ή κανένα φύλλο
λαχανικού να βάλουν στο στόµα. Αλλα παίρνουν από πίσω τους Γερµανούς και ζητιανεύουν λίγο ψωµί, όµως οι κατακτητές, κατά κανόνα, τα διώχνουν µε κλοτσιές και βρισιές.Ακόµα ένα τραγούδι του Μαρίνου Γαβριήλ αποτυπώνει την ατµόσφαιρα και την πείνα του πρώτου κατοχικού χειµώνα.
Η δυστυχία των παιδιών και η σκληρότητα των Γερµανών («Ούνων») έρχονται σε δραµατική αντίθεση µέσα από τους στίχους αυτούς, που γράφτηκαν στις 4 Μαΐου του 1942. Στην τελευταία στροφή, όπως φαίνεται, ο Γαβριήλ αναφέρεται στα Εβραιόπουλα της Ελλάδας που τα έπαιρναν οι ναζί σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Περισσότεροι από 4.500 Εβραίοι της Ελλάδας (ένα µεγάλο µέρος τους ήταν παιδιά) οδηγήθηκαν σε στρατόπεδα, κι απ’ αυτούς σώθηκαν µόνο καµιά διακοσαριά.
«Κατοχή ’41,
τα παιδάκια τα καηµένα
τρεµουλιάζουν µέσ’ στους δρόµους,
νηστικά και τροµαγµένα.
Ολα τους σκελετωµένα,
πεινασµένα και πρησµένα,
απ’ τα σπίτια τους τα παίρναν
και τα στοίβαζαν στα τρένα.
Στο Νταχάου τα πηγαίναν
και τα κάνανε σαπούνι
και τα πιάτα τους επλέναν
όταν τρώγανε οι Ούνοι».
Ανάλγητοι εκµεταλλευτές
Πολλοί βρίσκουν ευκαιρία να πλουτίσουν σε βάρος των δυστυχισµένων συνανθρώπων τους. Κρύβουν τα τρόφιµα και
τα πουλούν κρυφά σε αστρονοµικές τιµές στη µαύρη αγορά. Οσο µεγάλωνε η πείνα τόσο πιο πολύ αναπτυσσόταν ο µαυραγοριτισµός. Πολλοί πουλούσαν ό,τι είχαν, τα έπιπλα, τα κοσµήµατα, τα σπίτια τους, για να πάρουν λίγα όσπρια ή ένα µπουκάλι λάδι να φάνε οι ίδιοι και τα παιδιά τους. Κι άλλοι, που είχαν περισσή αναλγησία και καπατσοσύνη, ώστε να γίνουν µαυραγορίτες, έκαναν τεράστιες περιουσίες µε τα λεφτά του πεινασµένου κόσµου. Ο Μιχάλης Γενίτσαρης παρουσιάζει µε λιτότητα την κατάσταση:
«Μικροί – µεγάλοι γίνανε
µαυραγορίτες όλοι
κι αφήσαν όλο τον ντουνιά
µε δίχως πορτοφόλι.
Ακόµα κι οι γυναίκες τους
τη µαύρη κυνηγάνε,
τσάντες, τσουβάλια κουβαλούν,
κανέναν δεν ψηφάνε.
Μέρα και νύχτα τριγυρνούν
στους δρόµους σαν κοράκια,
πελάτες ψάχνουν για να βρουν,
να γδάρουνε κορµάκι Πουλήσαµε τα σπίτια µας
και τα υπάρχοντά µας
για δυο ελιές κι ένα ψωµί
να φάνε τα παιδιά µας».
Ο Γενίτσαρης, ο συνθέτης που περισσότερο από κάθε άλλον περιέγραψε, σαν χρονικογράφος, µε συγκεκριµένες εικόνες την κατοχική ζωή σε Αθήνα και Πειραιά, δεν αρκέστηκε να γράψει µονάχα ένα τραγούδι για τη µαύρη αγορά. Να πώς εξηγεί ο ίδιος το ιστορικό ενός άλλου τραγουδιού του πάνω στο ίδιο θέµα: «Μια µέρα µα-θαίνω ότι στον Περαία, στα Ταµπούρια, πιάσανε κάτι µαυραγορίτες που παίρνανε λάδια από τα νησιά. Τους µαρτυρήσανε κάτι ταγµατασφαλίτες, γιατί δεν τους δίνανε µερτικό να φάνε κι αυτοί. Τους πήρανε οι Γερµανοί και τους κρεµάσανε
τους λαδάδες σε µια πλατεία, στην Αθήνα. Ηταν ο Κοιλάκος, ο Παναγιωτούρος – και οι δύο Μανιάτες. Τους κρεµάσανε οι Γερµανοί και υποχρέωναν όποιον πέρναγε να φτύνει τα πτώµατα. Αυτοί έκαναν αδικίες. Ο κόσµος πέθαινε από
την πείνα κι αυτοί θησαυρίζανε. Μ’ έναν τενεκέ λάδι σού αρπάγανε το σπίτι και σ’ αφήνανε στον δρόµο. Εγινε ντόρος µε τους λαδάδες και εγώ αποφάσισα να τους γράψω ένα τραγούδι που χτύπαγε τους µαυραγορίτες – αυτούς τους λαδάδες»:
«Οσοι πουλάνε ακριβά,
οι παλιοµασκαράδες,
θα τους κρεµάσουνε κι αυτούς,
όπως τους δυο λαδάδες·
που τους κρεµάσαν και τους δυο
ψηλά σε µια κολόνα
κι όσοι περνάγαν από κει
τους έφτυναν το πτώµα.
Προσέχτε οι υπόλοιποι,
µην το περνάτ’ αστεία,
γιατί θα σας κρεµάσουνε
στην ίδια την πλατεία».
Οµως σε µια άλλη περίπτωση, όταν ένας φίλος του, µαυραγορίτης, καταδικάστηκε σε φυλάκιση επειδή πουλούσε νερό, αντί για λάδι, η αντιπάθεια του Γενίτσαρη για τους µαυραγορίτες υποχωρεί και παραχωρεί τη θέση της στην ανθρώπινη συµπόνια. Ο κατάδικος µαυραγορίτης µιλά σε πρώτο πρόσωπο και προσπαθεί να κερδίσει τη συµπάθειά µας:
«Με πιάσαν ένα απόγεµα
µέσ’ στο Μεταξουργείο,
γιατί επούλαγα νερό
για λάδι, ένα δοχείο.
Αχ, τώρα πώς θα γλιτώσω;
Μέσ’ στη φυλακή θα λιώσω.
Κι αµέσως µε δικάσανε
δυο χρόνια, τον καηµένο
και µ’ έκλεισαν µέσ’ στου Συγγρού,
σαν λέων λυσσασµένο.
Εκεί είδα, µάνα µου, πολλούς,
γδυτούς και πεινασµένους
κι από τον τύφο κρούσµατα,
βγάζανε πεθαµένους.
Τρέξε, µανούλα, βγάλε µε
και δεν το ξανακάνω,
δυο χρόνια µέσ’ στη φυλακή
ο δόλιος θα πεθάνω».
Οι κατακτητές είχαν αντικαταστήσει το µάρκο κατοχής µε πληθωριστικές δραχµές. Οµως, όσα χαρτονοµίσµατα κι αν είχες δεν µπορούσες να αγοράσεις πολλά πράγµατα. Η αγοραστική αξία της δραχµής κατρακυλούσε συνεχώς. Ετσι,
ενώ τον Μάρτιο του 1941 µια χρυσή λίρα άξιζε 1.300 δραχµές, στα τέλη του 1943 έφτασε να αξίζει πάνω από ενάµισι
εκατοµµύριο. Κι όταν πήγαινες στην αγορά (που κατά κανόνα ήταν µαύρη) για ν’ αγοράσεις ψωµί, αλεύρι, λάδι, φασόλια κι άλλα… σπάνια είδη, έπρεπε να κουβαλάς µαζί σου τσάντα µε πάρα πολλά χαρτονοµίσµατα για να ανταποκριθείς στις τιµές.
Κυριακάτικη Απογευματινή











