Συνέντευξη στον Γιώργο Βαϊλάκη
Έχει παίξει κατ’ επανάληψη στο θέατρο ερμηνεύοντας μία γκάμα ιδιαίτερα απαιτητικών ρόλων (όπως της Ιοκάστης στον «Οιδίποδα Τύραννο»), ενώ έχει πρωταγωνιστήσει σε σημαντικές κινηματογραφικές ταινίες (μάλιστα, με την εμφάνισή της στην ταινία «Βασιλιάς» του Νίκου Γραμματικού είχε εκπροσωπήσει την Ελλάδα στο Φεστιβάλ Βερολίνου). Αλλά στο ευρύ κοινό, έγινε εξαιρετικά δημοφιλής μέσα από την τηλεόραση σε επιτυχημένες σειρές – όπως τον «Σασμό» και, τώρα, το «Μια νύχτα μόνο», με τις οποίες έχει αγαπηθεί ευρύτατα. Εδώ, η Μαριλίτα Λαμπροπούλου σε μία εκ βαθέων συνέντευξη στην Κυριακάτικη Απογευματινή, μιλάει για τον ιδιαίτερα απαιτητικό ρόλο που ερμηνεύει στη σειρά, για την εξαιρετική συνεργασία της με τον Δημήτρη Λάλο (ήδη από την εποχή της τεράστιας επιτυχίας του «Σασμού»), για τον χρόνο που δεν είναι ποτέ αρκετός, αλλά και για τις ερωτήσεις που την κουράζουν, συγκρίνει τις εμπειρίες της από την τηλεόραση, το κινηματογράφο και το θέατρο, εξομολογείται ότι βαριέται να… αλλάζει συνεχώς ρούχα για τις ανάγκες ενός ρόλου, εξηγεί πού θα αποτυγχάνει πάντοτε η τεχνητή νοημοσύνη και αποκαλύπτει ποιο είναι το απωθημένο της όνειρο.
Πρωταγωνιστείτε στη δραματική σειρά του MEGA, «Μια νύχτα μόνο» και υποδύεστε μια ηρωίδα που δεν χωρά σε εύκολες κατηγορίες. Ποιες οι μεγαλύτερες δυσκολίες αυτού του ρόλου; Τι σας αρέσει και τι (ενδεχομένως) σας ενοχλεί σε αυτόν; Και πώς σας βοηθάει να ανταπεξέλθετε στις πολλαπλές απαιτήσεις του ρόλου η δοκιμασμένη πια συνεργασία με τον συμπρωταγωνιστή σας, Δημήτρη Λάλο;
Αρετή είναι το όνομα του ρόλου μου. Και για μένα δεν είναι καθόλου τυχαίο. Στην πραγματικότητα, μέσα από αυτό το πρόσωπο διερευνούμε τα όρια της αρετής. Γιατί μερικές φορές δεν αρκεί να θέλουμε να είμαστε καλοί, σωστοί, ενάρετοι, αλλά και να ξέρουμε πώς μπορεί να επιτευχθεί αυτό. Γιατί πολλές πράξεις βρίσκονται σε μία γκρίζα ζώνη. Εκεί δηλαδή που μπερδεύονται οι έννοιες της αξιοπρέπειας και της χυδαιότητας, του ηρωισμού και της φαυλότητας. Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα; Υπάρχουν πράξεις που θεωρούνται κακές αλλά υπό συνθήκες γίνονται αναγκαίες για την επίτευξη της αρετής; Και πώς ξεχωρίζει το να «προδίδω τις αρχές μου», από το «προβαίνω σε αυτοθυσία»; Με τον Δημήτρη για ακόμα μία φορά συνεργαζόμαστε με έναν τρόπο που δεν αναλύεται. Η συνεννόηση γίνεται με ταχύτητα φωτός στα περισσότερα θέματα και συμπληρωνόμαστε χωρίς κενά ή αρρυθμίες. Σαν να λέμε, κόβει ο ένας και ράβει ο άλλος. Και όλο αυτό σε μια ατμόσφαιρα φροντίδας και ενθουσιασμού που ανεβάζει την ενέργεια.

Εκτός από την τηλεόραση στην οποία έχετε επανέλθει εμφατικά τα τελευταία χρόνια κερδίζοντας κριτική και κοινό, έχετε κάνει σημαντικές επιτυχίες και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Ποιο μέσον είναι πιο κοντά σε εσάς και γιατί;
Μου αρέσει πολύ ο κινηματογράφος. Το ότι μπορεί η κάμερα να πλησιάζει τόσο κοντά στο πρόσωπό σου που να ακούει τις σκέψεις σου, ή να απομακρύνεται τόσο ώστε να συμπεριλάβει ένα πραγματικό τοπίο, μέρος του οποίου γίνεσαι κι εσύ. Μου αρέσει, επίσης, η αποσπασματικότητα του κινηματογράφου και το άπαξ. Δηλαδή κάθε σκηνή θα γυριστεί μία φορά, μία μέρα. Και εγώ θα πρέπει να κρατήσω το εσωτερικό μου ψυχολογικό νήμα γυρίζοντας ανακατεμένες σκηνές. Μου αρέσει αυτή η αποσπασματικότητα. Που μετά κάποιος άλλος θα ενώσει τις ψηφίδες σου (ο μοντέρ) και δεν είναι όλα στο χέρι σου. Απ’ την άλλη το θέατρο μου αρέσει, ακριβώς επειδή όλα είναι στο χέρι σου. Καλείσαι να διαχειριστείς τη στιγμή μέσα σε ένα σύνολο εδώ και τώρα, επικοινωνώντας άμεσα με το κοινό. Και καθρεφτίζει πιο ουσιαστικά τη ματαιότητα της ζωής, καθώς όλα θα σβήσουν μετά το χειροκρότημα και θα ανιχνεύονται πια μόνο στη μνήμη ορισμένων ατόμων. Η τηλεόραση, πάλι, είναι… μεγάλη συζήτηση. Μπαίνει στα σπίτια. Αποτελεί μια μαζική κοινή εμπειρία που θα τη συζητήσουν πιο ενστικτωδώς, πιο πρωτόγονα. Άλλη κατάσταση. Όλα χωράνε εκεί.
Τι είναι το πιο δύσκολο για έναν ηθοποιό που καλείται να ερμηνεύσει έναν απαιτητικό τηλεοπτικό ρόλο; Αλλά και πώς συγκρίνεται αυτή η εμπειρία με την αντίστοιχη θεατρική ή κινηματογραφική;
Μια δυσκολία είναι ότι το σενάριο είναι εν εξελίξει, δεν υπάρχει πάντα μια σφιχτοδεμένη πλοκή (πράγματα που βρίσκεις στο θέατρο, αλλά και στον κινηματογράφο), αλλά ούτε χρόνος για πρόβες και πρωτότυπες ιδέες υπάρχει. Καλείσαι, λοιπόν, να δουλέψεις με την πιο άμεσα προσβάσιμη αλήθεια σου. Κάποια φορά όμως αυτό γίνεται και ουσιαστικό – δεν είναι κατ’ ανάγκη ρηχό. Η άλλη δυσκολία έχει να κάνει με την επικοινωνία του έργου με το κοινό. Παρουσιάζεσαι μέσα σε μια αρένα, ανάμεσα σε πολλά και ετερόκλητα προϊόντα. Οι θεατές σε βρίσκουν εύκολα. Δε χρειάζεται να σιωπήσουν την ώρα που παίζει το έργο σου, μπορούν να εκφραστούν μεγαλόφωνα ξέροντας πώς εσύ δε θα τους ακούσεις. Συχνά σε αγαπούν όχι μόνο ως καλλιτέχνη, αλλά σαν ένα συγγενή, σαν φίλο. Υπάρχουν και κάποιοι λίγοι που «ασελγούν» πάνω στην εικόνα σου, σε αυτό που παραδίδεις: από το καθιστικό τους ως τα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Το να αποδεχθείς αυτό, έχει μια ρομαντική αυτοθυσία. Είναι όλο αυτό μέσα στη φύση του μέσου. Εγώ ήμουν τυχερή ως τώρα σε αυτό, βιώνω περισσότερο την αγάπη.

Αλήθεια, πώς ξεκινήσατε την ενασχόλησή σας με την υποκριτική; Τι ήταν αυτό που σας τράβηξε προς εκείνη την επιλογή;
Ξεκίνησα αγαπώντας το θέατρο συνολικά, από την θεατρολογία που σπούδασα, μετά με την σκηνοθεσία που με απασχόλησε και ως μαθητεία αλλά και ως πράξη και τέλος με την υποκριτική, που λίγο-λίγο με κέρδισε αφήνοντας πίσω άλλα κι άλλα, ένα σωρό πράγματα . Έκανα καιρό, χρόνια μέχρι να παραδεχτώ πως τελικά ναι, αυτό είναι το επάγγελμά μου.
Υπάρχει, όλα αυτά τα χρόνια πορείας, κάποια εμπειρία που αισθάνεστε ότι σας έχει σημαδέψει; Κάποια συνεργασία ή γνωριμία που προχώρησε στην τέχνη σας και θα θέλατε να αναφερθείτε σε αυτήν;
Υπάρχουν πολλές και έχω μιλήσει για αυτές κατά καιρούς. Ωστόσο προχωρώντας ο χρόνος, καταλαβαίνω ότι οι επιρροές είναι πολύ περισσότερες από αυτές που εύκολα αναγνωρίζω. Είναι χαοτικός ο τρόπος που επιδρούν τα πράγματα , συχνά υπόγεια. Ο εμπειρίες που μας μετατοπίζουν, οι φράσεις που συνοψίζουν, οι χειρονομίες που αφοπλίζουν.

Όπως και να ’χει, είναι ένα ιδιαίτερα απαιτητικό επάγγελμα στο οποίο εκτίθεσαι. Ποιο είναι το ποιο δύσκολο κομμάτι αυτής της τέχνης;
Το ότι γίνεσαι το έργο, και καταστρέφεσαι την ίδια στιγμή.
Εκτός από ηθοποιός, έχετε και μια αξιοσημείωτη πορεία στη
σκηνοθεσία. Πώς η μία ιδιότητα συμπληρώνει την άλλη;
Σε μένα έρχεται με ένα φυσικό, ολιστικό τρόπο. Είναι μονιστικό φαινόμενο, όχι δυϊστικό.
Ένας καλλιτέχνης τόσο δραστήριος όσο εσείς έχει καθόλου ελεύθερο χρόνο; Υπάρχει κάτι που σας αποφορτίζει;
Ο ελεύθερος χρόνος είναι το μέγα ζήτημα αυτή την περίοδο της ζωής μου. Είμαι… σε αναζήτηση του χαμένου χρόνου. Του χρόνου εκείνου που θεωρείται από κάποιους πολυτέλεια. Αλλά στην πραγματικότητα είναι η απαραίτητη προϋπόθεση για να νιώσουμε την ύπαρξη μας. Για να αποκτήσουν ένα νόημα και όλα τα υπόλοιπα. Το να υπάρχουμε είναι μια κατάσταση όχι αυτονόητη, όχι αυτόματη, όχι μηχανική. Είναι μια κατάσταση που σου δίνει τη δυνατότητα να κοιτάξεις και τους άλλους, παραέξω. Τους ευτυχείς και τους πονεμένους, να παρατηρήσεις τις συνθήκες, τα ψεύδη, τον πόλεμο, το τι δεν κάνεις. Είναι πολιτική στάση, αυτή τη στιγμή, ο ελεύθερος χρόνος. Και παρατηρώ ότι δεν είμαι μόνο εγώ. Είναι οι περισσότεροι άνθρωποι που συναναστρέφομαι, σχεδόν όλοι γύρω μου. Είναι σύμπτωμα των καιρών, της χώρας αυτής τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή; Του δυτικού κόσμου; Είναι ίσως η αιχμή του δόρατος.
Τι απολαμβάνετε περισσότερο ως ηθοποιός, αλλά και τι θα
προτιμούσατε να κάνει κάποιος άλλος για εσάς;
Ωραία ερώτηση, αλλά δεν ξέρω πως να την απαντήσω. Έχω αποδεχτεί ότι κάθε δουλειά έχει και τις δύο όψεις του νομίσματος. Και ότι αυτό είναι μια προϋπόθεση. Δεν είναι ότι επιλέγω κομμάτια απ’ τη δουλειά μου και κάποια τα θεωρώ αγγαρεία. Ίσως γι’ αυτό την διάλεξα. Επειδή ακόμα και τα δύσκολα δε μου φαίνονται αγγαρεία. Αν και τώρα που το ξανασκέφτομαι υπάρχει κάτι που θα άλλαζα αν μπορούσα. Έχω την αδυναμία να βαριέμαι τις αλλαγές ρούχων! Αν μπορούσα ως δια μαγείας να έχω αλλάξει ρούχα από σκηνή σε σκηνή, θα ήταν υπέροχα. Αλλά αυτό το θεωρώ δική μου αδυναμία. Δεν έχω ακόμα βρει τον τρόπο να αξιοποιώ μέσα μου αυτή τη διαδικασία. Έχω ακόμα να μάθω τόσα πράγματα.

Έπειτα από τόσα χρόνια πορείας, ποιες ερωτήσεις που σας κάνουνε,
δεν θα θέλατε να χρειαστεί να απαντήσετε;
Αυτές που έχω απαντήσει πολλές φορές. Και όχι γιατί θα έπρεπε να τις θυμούνται τις απαντήσεις μου, αλλά αντιθέτως επειδή εγώ μάλλον δεν ξέρω ακόμα να απαντάω με τρόπο που να εντυπώνεται στον αναγνώστη και να έχει κάποια αξία μέσα στον χρόνο. Από την άλλη, το ότι συνεχίζω να ερωτώμαι μου δίνει κάθε φορά άλλη μια ευκαιρία να το πετύχω.
Έχετε μία πλούσια καριέρα, η οποία έχει ευρέως αναγνωριστεί. Ποιο είναι το καλύτερο που ακολουθεί μία τέτοια αναγνώριση; Και ποιο είναι το χειρότερο τίμημα αυτής της επιτυχίας;
Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Κάθε αναγνώριση, κάθε τιμή, την υποδέχομαι με χαρά. Από την άλλη η αναγνώριση είναι τόσο μεγάλη λέξη, χωράει, χωράει… Χωράει ακόμα πολύ νερό το αυλάκι αυτό για να γεμίσει. Και ίσως μεγαλύτερο πράγμα από την αναγνώριση, είναι η επίδραση. Του έργου. Μέσα στην εποχή του, έξω από την εποχή του. Η έκταση της επίδρασης. Αυτό είναι κάτι που δεν κυνηγάω (δε γίνεται να κυνηγήσεις), αλλά το θαυμάζω σε άλλους, όπου το συναντώ.

Υπάρχει κάποιο απωθημένο, παρόλα αυτά; Κάποια συνεργασία που
θέλατε και δεν έγινε; Κάποιο ανεκπλήρωτο όνειρο;
Ναι. Είναι όλα τα άλλα που άφησα πίσω για να κάνω αυτή δουλειά. Όλα αυτά που ονειρεύτηκα, αλλά δεν πρόλαβα και δεν θα προλάβω ποτέ να τα κάνω. Έχει να κάνει με όλα τα επαγγέλματα που με θέλησαν και τα θέλησα αλλά δεν βρεθήκαμε ποτέ, όλες τις φευγαλέες επιθυμίες που δεν έφτασαν ποτέ να γίνουν όνειρα. Έχει να κάνει με όλες μου τις ιδιότητες που τις ψηλάφησα αλλά δεν αναδύθηκαν από τα βάθη και όλες τις φανερές δυνατότητες που είδα την υπόσχεσή τους αλλά δεν τις εκπλήρωσα ποτέ. Έχει να κάνει με όλα όσα ο χρόνος που αφιέρωσα αλλού δεν επέτρεψε να υπάρξουν. Ο χρόνος. Να που πάλι γι’ αυτόν μιλάω. Το νόμισμα που δεν ανταλλάσσεται. Τελικά ένα είναι το απωθημένο μου όνειρο: η ζωή. Η ζωή η παραπανίσια.
Ο κόσμος σήμερα γεμίζει τα θέατρα. Και είναι διάχυτη η αίσθηση ότι δεν λείπει το ταλέντο από τη νέα γενιά ηθοποιών και σκηνοθετών – κάθε άλλο. Πώς βλέπετε το θέατρο σήμερα και πώς την επόμενη μέρα;
Όσο περνάει ο καιρός καταλαβαίνω όλο και περισσότερο ότι το θέατρο όχι απλά δεν θα σβήσει στη εποχή των ραγδαίας επιταχυνόμενης νέων τεχνολογιών, αλλά θα αναπτύσσεται όλο και περισσότερο, όπως κάθε τι που θέλει να μας θυμίσει την ανθρωπινότητά μας, στα σημεία ακριβώς εκείνα που το (υπέροχο κατά τα άλλα ανθρώπινο επίτευγμα Ai) αποτυγχάνει: το χιούμορ, την τέχνη, το σώμα, τη συγκίνηση, τις μικρές αναντικατάστατες συμπεριφορές. Τα gestus που νοηματοδοτούν και ανανοηματοδοτούν τον κόσμο των ανθρώπων.
Κυριακάτικη Απογευματινή







