Οι «αγγλόφιλες» Ελληνίδες και τα ειδύλλια µε τον κατακτητή

Οι εναγκαλισμοί της ∆ικτατορίας της 4ης Αυγούστου με τη Μεγάλη Βρετανία μεταφέρονταν και σε... ερωτικό επίπεδο, καθώς, όπως μαρτυρούν πολλά τραγούδια της εποχής, υπήρχαν κοινωνικές επιπτώσεις για όσες έλκονταν από τους ξένους «προστάτες».
17:17 - 27 Φεβρουαρίου 2026

Οταν η δικτατορία της 4ης Αυγούστου ερωτοτροπούσε µε τη Μεγάλη Βρετανία, οι γυναίκες της µεταξικής νεολαίας (ΕΟΝ) το θεωρούσαν κολακευτικό να συνάπτουν ερωτικές σχέσεις µε τους Αγγλους στρατιωτικούς. Η κόρη του δικτάτορα, Λουλού Μαντζούφα, αρχηγός των φαλαγγιτισσών, µε εγκύκλιό της διαπίστωνε «υπέρβασιν των ορίων της καλής συµπεριφοράς, της αξιοπρεπείας και της στοιχειώδους ηθικής», εκ µέρους των γυναικών της οργάνωσης, και τις καλούσε να πάψουν «να… διαπράττουν παραπτώµατα µε παρεπιδηµούντας ξένους», δηλαδή Αγγλους… «διότι ο σύµµαχός µας Αγγλος στρατιώτης, αίφνης όστις γνωρίζει την Ελληνίδα γυναίκα υπό ελευθεριάζουσαν µορφήν, επανερχόµενος εις την πατρίδα του θα οµιλήση περί αυτής µε περιφρόνησιν, και η περιφρόνησις αυτή αντανακλά εις ολόκληρον το Εθνος, εις ολόκληρον την φυλήν» (Σπύρου Λιναρδάτου,«Η 4η Αυγούστου»).

Η Λουλού Μαντζούφα, στην προσπάθειά της να αποτρέψει τον εθνικό εξευτελισµό, το µόνο που πέτυχε ήταν να τον επιβεβαιώσει µε τον επισηµότερο τρόπο: δι’ εγκυκλίου! Ωστόσο, το ελαφρό τραγούδι «Αγγλοελληνική συµµαχία», που κυκλοφόρησε τον ίδιο καιρό, δεν ήταν και τόσο πουριτανικό. Η επίθεση των Ιταλών εναντίον της Ελλάδας… ενθουσίασε τον στιχουργό Πολ Μενεστρέλ, γιατί τη θεώρησε σαν ευκαιρία συνένωσης της Βρετανίας και της Ελλάδας µε στενότερους παρά ποτέ συµµαχικούς δεσµούς.

Ο Μενεστρέλ µετέφερε τους εναγκαλισµούς Βρετανίας – Ελλάδας στο ερωτικό επίπεδο, όπου έβλεπε δυνατότητες επικοινωνίας και συνεννόησης µε την παγκόσµια γλώσσα των νοηµάτων και του βλέµµατος. Εξάλλου, η αγγλική γλώσσα άρχιζε την εισβολή της µέσα στην ελληνική µε αρκετές λέξεις και φράσεις, τις οποίες ο Μενεστρέλ καλωσόριζε µε χαρά:

Η Αθήνα τώρα έχει αλλάξει µε των πραγµάτων τη νέα τάξη, µα όχι, ευτυχώς, εκείνη  που ήθελε ο Μουσολίνι. Την Παναγιώτα, αν συναντήσεις, δε λέει «γεια»,µα «many kisses», και ο τσολιάς µε τη στολή του «sweetheart», λέει στην εκλεκτή του.

Με τους Βρετανούς εµείς έχουµε κοινά σηµεία: το συναίσθηµα τιµής και ψυχή στην τρικυµία, Σκώτο αυτοί εµείς Τσολιά, ένα σκοπό τη λευτεριά, Γιώργο οι δυο µας βασιλιά ζήτω το ουίσκι κι η ρετσίνα. Εστω και δίχως να µιλήσεις έρχεσαι εις συνεννοήσεις, γιατί τα χείλη αν σιωπούνε, τα µάτια κι οι καρδιές µιλούνε.

Βλέπεις να λέει το µοδιστράκι «how do you do» στ’ αεροποράκι, κι ο Μενιδιάτης πλέον ξέρει να τραγουδά το «Tipperary». Η νέα τάξις δε θα ήτο αν δεν υπήρχε ο Μπενίτο, αυτός µε µια του κουτουράδα Αγγλία ένωσε κι Ελλάδα.
Ενώ αγωνίζεται µε θάρρος, «Ι love you», γράφει ο φαντάρος και «darling», απαντάει εκείνη, κορόιδο που ’σαι, Μουσολίνι! (Πολ Μενεστρέλ, «Αγγλοελληνική συµµαχία» στον δίσκο «Τραγούδια του ’40»)

Το τραγούδι τόνιζε τα κοινά σηµεία Ελλήνων – Βρετανών, ανάµεσα στα οποία τα πιο αξιοµνηµόνευτα ήταν η αντιστοιχία της φουστανέλας του τσολιά µε το σκοτσέζικο κιλτ, το γεγονός ότι οι βασιλιάδες και των δύο
εθνών ακούγανε στο βαφτιστικό όνοµα Γεώργιος και το γεγονός επίσης ότι και τα δύο έθνη λάτρευαν το εθνικό τους οινοπνευµατώδες προϊόν: τη ρετσίνα οι Ελληνες και το ουίσκι οι Βρετανοί! Μέσα στο πλαίσιο µιας τέτοιας φαιδρής σηµειολογίας και, φυσικά, για λόγους «πατριωτικούς», µερικές Ελληνίδες έσπευδαν να… ενώσουν τα κοινά τους σηµεία µ’ εκείνα των Αγγλων στρατιωτικών.

Το πολιτικό ειδύλλιο µετατρεπόταν σε ερωτικό. Το αρσενικό, δυναµικό στοιχείο, που έπαιζε τον ρόλο του αποπλανητή σ’ αυτή τη σχέση, ήταν ο ξένος προστάτης, το θηλυκό, η Ελληνίδα που προσωποποιούσε ολόκληρη την Ελλάδα.

«Ενα µεγάλο Π»

Με την Κατοχή, ο Γερµανός κατακτητής αντικατέστησε τον Αγγλο προστάτη. Η σχέση διατήρησε τις αναλογίες της. Αλλά ενώ στην περίπτωση των Αγγλων το κίνητρο των Ελληνίδων που ερωτοτροπούσαν µαζί τους ήταν η γοητεία, η συµµαχία και η ξενοµανία, µε τους Γερµανούς και τους Ιταλούς τα κίνητρα ήταν η έλλειψη βασικών αγαθών, από τη µια, και ο θαυµασµός για την κτηνώδη δύναµη του κατακτητή, από την άλλη.

Στην µπροσούρα του ΕΑΜ «Τι είναι και τι θέλει το Εθνικό Απελευθερωτικό Μέτωπο», που πρωτοκυκλοφόρησε τον Σεπτέµβριο του 1942 και διαβάστηκε πλατιά, ο ∆ηµήτρης Γληνός παρακινεί τους Ελληνες σε παθητική αντίσταση:
«Να µην επιτρέπετε στις γυναίκες σας, στις αδερφές σας, στις µανάδες σας, στις κόρες σας, στους συγγενείς σας γενικά να συναναστρέφονται µε τους ξένους. Να µαστιγώνετε µε κάθε τρόπο και να καυτηριάζετε τις ερωτικές σχέσεις µε τους ξένους. Να στιγµατίζετε τις γυναίκες που παραδίνονται. Κάθε γυναίκα που παραδίνεται στους ξένους είναι κιόλας χαφιές και προδότισσα. Να µεταχειρίζεστε γι’ αυτές εξευτελιστικά επίθετα και χαρακτηρισµούς και να κάνετε γνωστό πως µετά τον πόλεµο θα χαραχτεί και στα δυο τους µάγουλα µε ανεξίτηλα γράµµατα ένα µεγάλο ‘‘Π’’, που θα σηµαίνει “Πόρνη” και “Προδότισσα”» («Εκλεκτές σελίδες», τόµ. ∆’, Εκδ. Στοχαστής, Αθήνα, Μάρτιος 1975, σελ. 175).

Πραγµατικά, αυτό το σκληρό µέτρο, ο στιγµατισµός στα δύο µάγουλα, συνδυασµένος µε το κούρεµα και τη δηµόσια διαπόµπευση, εφαρµόστηκε σε αρκετές περιπτώσεις στις απελευθερωµένες περιοχές, πριν ακόµα φύγουν οι Γερµανοί από την Ελλάδα. Τον ∆εκέµβριο του 1944 πολλές χιλιάδες Αγγλοι στρατιώτες (και µαζί τους ιθαγενείς από την Ινδία και άλλες αγγλικές αποικίες) πληµµυρίζουν την Αθήνα και τον Πειραιά για να πάρουν µέρος στις µάχες κατά
της Αριστεράς.

Στους µήνες που ακολουθούνανθίζουν τα λεγόµενα «αγγλοελληνικά ειδύλλια»: «Πολλά αγγλοελληνικά ειδύλλια συνέχιζαν να πλέκονται. Μερικές Αθηναίες, όσο κι αν τα αυστηρά ήθη δεν επέτρεπαν τέτοιου είδους ζευγαρώµατα µε ξένους, είχαν συνάψει ερωτικές σχέσεις µε Αγγλους στρατιώτες, αεροπόρους ή ναύτες» (Γιάννη Καιροφύλα, «Η Αθήνα µετά τον πόλεµο», Εκδ. Φιλιππότη, Αθήνα 1988, σελ. 50).

Σε πλήρη ανθοφορία

Φυσικά, έξω από το πλαίσιο των «καλών οικογενειών» µε τα «αυστηρά ήθη», τα αγγλοελληνικά ειδύλλια βρίσκονταν σε πλήρη ανθοφορία. Αν προπολεµικά σε κάθε αθηναϊκό δρόµο υπήρχε κι ένα σπίτι κρυφού ή φανερού έρωτα, µεταπολεµικά υπολογιζόταν ότι η αναλογία είχε πενταπλασιαστεί.

Σύµφωνα µε τον Καιροφύλα, αυτό οφειλόταν στην έκλυση ηθών από την Κατοχή, αλλά και στο γενικό κλίµα ανήθικης κερδοσκοπίας που επικράτησε µεταπολεµικά και που ευνοούσε τις ερωτικές αγοραπωλησίες (Γιάννη Καιροφύλα, ό.π., σελ. 35-36). Κι ένας άλλος συγγραφέας σηµειώνει: «Εκείνη την εποχή στις µεγάλες πόλεις της Ελλάδας υπήρχαν πάµπολλα µπαράκια γεµάτα πόρνες που εξυπηρετούσανε τον αγγλικό στρατό κατοχής» (Ηλία Πετρόπουλου, «Ρεµπέτικα τραγούδια»). Ο απλός στρατιώτης δεν ήταν αυτός που σκορπούσε στο διάβα του χρυσές και χάρτινες λίρες, ουίσκι, τσιγάρα και κονσέρβες. Ηταν ο σύµµαχος, ο προστάτης, ο νικητής του Β’ Παγκοσµίου Πολέµου, αλλά κι αυτός που νίκησε τον ΕΛΑΣ στην Αθήνα και ο στυλοβάτης των πρώτων µεταπολεµικών ελληνικών κυβερνήσεων. Και είναι πολύς ο κόσµος που τρέχει πάντα να προσκυνήσει τους νικητές και κάθε νέα εξουσία, αφού προσµένει κιόλας να καρπωθεί τα οφέλη αυτού του προσκυνήµατος.

Μέσα σ’ αυτό το κλίµα αναπτύχθηκε η νέα αγγλοφιλία πολλών Ελληνίδων γυναικών. Τα συναισθήµατα αυτού του είδους τα εξέφρασε χαρακτηριστικά ένα ελαφρό τραγούδι της εποχής, του συνθέτη Γιώργου Μυρογιάννη σε στίχους Κώστα Κοφινιώτη, µε τίτλο «Θα πάρω εθνοφύλακα» (που περιέργως πώς, ο Πετρόπουλος το συµπεριλαµβάνει στο βιβλίο του):

Τα Εγγλεζάκια τ’ αγαπώ, δε θα ντραπώ να σας το πω, τρελαίνοµαι για κείνα απ’ την ηµέρα που ’ρθανε οµόρφυν’ η Αθήνα.

Οι οπαδοί της Αριστεράς έβλεπαν τις αγγλόφιλες γυναίκες µε τον ίδιο τρόπο που αντιµετώπιζαν και τις γερµανόφιλες τον καιρό της Κατοχής. Οµως τώρα, αντί να τις σταµπάρουν στα δύο µάγουλα µε δύο πυρωµένα «Π», χρησιµοποιούσαν άλλους, ηπιότερους τρόπους.

Τις καυτηρίαζαν φραστικά, µε τα λόγια. Ετσι, λίγους µήνες µετά τον ∆εκέµβριο του 1944, άρχισαν να κυκλοφορούν από στόµα σε στόµα κάποιοι ειρωνικοί και σαρκαστικοί στίχοι. Το τραγούδι «Γιούπι γιάγια» µορφολογικά δεν υπαγόταν στο είδος του λαϊκού άσµατος, αφοχρησιµοποιούσε τη µουσική κάποιου εύθυµου αγγλικού τραγουδιού, θέλοντας να σατιρίσει τις αγγλόφιλες γυναίκες µε τα ίδια τα αγγλικά µέσα έκφρασης:

Οι γυναίκες που ’χαν πρώτα Γερµανούς τώρα έχουν Εγγλεζάκια µε κοντά παντελονάκια, κι από πίσω ένα σύνταγµα Ινδούς. Γιούπι γιάγια, γιούπι, γιούπι για, γιούπι γιάγια, γιούπι, γιούπι για, γιούπι γιάγια, γιούπι, γιούπι για για γιούπι, γιούπι για για, γιούπι, γιούπι για.

Πού τα βρήκες, βρε γυναίκα, τα παιδιά; Το ’να µου φωνάζει «γιες!», Τ’ άλλο µου φωνάζει «για!», και το τρίτο «σι, σι, σι, καλέ µπαµπά!». Το ’να είναι του Εγγλεζαρά, Τ’ άλλο είναι του Γερµαναρά, και το τρίτο είναι το δικό µας, γαµώ το κέρατό µας, γιούπι, γιούπι για!

Από το στόµα του λαού το τραγούδι αυτό εκφράστηκε µε πολλές παραλλαγές, οι οποίες περιελάµβαναν και άλλα θεµατικά µοτίβα. Οπως συµβαίνει µε τις παρακάτω στροφές, που φαίνεται να σχετίζονται µε το δηµοψήφισµα για την επάνοδο του βασιλιά:

Τι τον θέλουµε τον βασιλιά; Τι τον θέλουµε τον βασιλιά; Να τον κάνουµε κεφτέδες, να τον φάνε τα κοπρόσκυλα.
Τι τον θέλουµε τον βασιλιά; να του δώσουµε καλάθι, να πουλάει Ριζοσπάστη, κι ό,τι άλλο διατάξ’ η εργατιά.

Η αγγλοφιλία έτσι µπολιάζει την ελληνική κοινωνία µε τα ήθη και τα στοιχεία κουλτούρας της ξένης χώρας. Στην
πρωτεύουσα διοργανώνονται και τα «σαρπράιζ πάρτι», όπου προσκαλούνται Αγγλοι στρατιωτικοί.

«Αυτοί φέρνουν τις κονσέρβες -πολύτιµο είδος- και οι Αθηναίοι βάζουν το κρασί και τα φρούτα. Στα πάρτι αυτά γίνεται µεγάλο γλέντι. Οι νέοι και οι νέες χορεύουν µε τα γραµµόφωνα ‘‘σουίγκ’’…» (Γιάννη Καιροφύλα, ό.π., σελ. 27).

Το αυτόχθον είδος του λαϊκού τραγουδιού δεν µπορεί να είναι ικανοποιηµένο µε αυτές τις εξελίξεις. ∆εν είναι ευχάριστος αυτός ο αθέµιτος ανταγωνισµός από τα ξένα τραγούδια και τους χορούς της µόδας.

Χαρακτηριστική µαρτυρία είναι και το τραγούδι «Βράσε τη ρούµπα, τα σουίγκ» (δίσκος 78 στρ., Odeon) το οποίο κυκλοφόρησε τότε. Το χασάπικο αυτό υπογράφεται από τον στιχουργό Γ. Φωτίδα, αλλά διάφορες ενδείξεις κάνουν πολύ πιθανό η µουσική να είναι του Βασίλη Τσιτσάνη:

Λένε στη Λόντρα, στο Παρίσι, πως τα περνάνε φίνα τύφλα, βρε, να ’χουν όλ’ αυτά µπροστά σ’ εσένα, Αθήνα. ∆εν έχει η Λόντρα κι η Νιου Γιορκ ρετσίνα γιοµατάρι κι ούτε µοσχοβολούν αυτές του Υµηττού θυµάρι. Μπρος στα πλακιώτικα στενά µε τις τρελές κιθάρες βράσε τη ρούµπα, τα σουίγκ, του Αϊφελ τις χάρες! Πού να ’χουνε κληµαταριές, γαζίες και γεράνι, κι ολόγλυκες διπλοπενιές του Μάρκου, του Τσιτσάνη!

Κυριακάτικη Απογευματινή