Παγώνουν οι μνημονιακές μειώσεις σε συντάξεις χηρείας και επιδόματα

Αναστέλλονται επ’ αόριστον τα μέτρα του νόμου Κατρούγκαλου που εκκρεμούν από το 2019-2021 για την (προς τα κάτω) εξομοίωση των αποδοχών στα Ταμεία, με απόφαση Κεραμέως
09:14 - 7 Ιανουαρίου 2026

Στον πάγο μπαίνουν επ’ αόριστον από την κυβέρνηση και το αρμόδιο υπουργείο Εργασίας δύο ακόμα μνημονιακά μέτρα, τα οποία έπρεπε να εφαρμόσει η χώρα μας για χιλιάδες δικαιούχους συντάξεων χηρείας, αλλά και για το σύνολο των ασφαλισμένων για τις προνοιακές και άλλες παροχές που δίνουν τα ασφαλιστικά ταμεία και θα έπρεπε να εξομοιωθούν.

Πιο αναλυτικά, με τις συντάξεις χηρείας έπρεπε να εξομοιωθούν οι προϋποθέσεις, όπως έγινε με τα Ταμεία του Δημοσίου και τον ΟΓΑ από το 2021. Με βάση τον νόμο Κατρούγκαλου, όσοι λαμβάνουν σύνταξη χηρείας εισπράττουν το 70% των αποδοχών του θανόντος δικαιούχου της παροχής, επί μία τριετία. Με την ολοκλήρωση της τριετίας, το ποσοστό υποχωρεί στο 35%, υπό την προϋπόθεση ότι δεν μπορεί να είναι μικρότερο από την εκάστοτε εθνική σύνταξη, δηλαδή 436 ευρώ για φέτος. Η συγκεκριμένη διάταξη ενεργοποιήθηκε το 2016, άρα θα έπρεπε να εφαρμοστεί από το 2019 και μετά, για όσους συμπλήρωναν τριετία στην παροχή τους.

Ποιους αφορά

Αλλαγές επήλθαν, όμως, μόνο για δικαιούχους που προέρχονται από τον δημόσιο τομέα και τον ΟΓΑ. Οι αντίστοιχοι δικαιούχοι από τον ιδιωτικό τομέα έμειναν εκτός εφαρμογής της εν λόγω διάταξης, λόγω μη ύπαρξης του κατάλληλου λογισμικού στον e-ΕΦΚΑ, για να πραγματοποιήσει τις αντίστοιχες προσαρμογές (περικοπές) στις συντάξεις χηρείας που λάμβαναν. Τώρα υπάρχουν περιπτώσεις δικαιούχων που πρέπει να επιστρέψουν ποσά χιλιάδων ευρώ προς τον e-ΕΦΚΑ, όταν θα γίνει η εφαρμογή της συγκεκριμένης διάταξης. Το πρόβλημα παραμένει άλυτο, αλλά -όπως αναφέρουν οι εισηγήσεις που δέχεται η υπουργός- το ενδεχόμενο να αναζητηθούν αναδρομικά από λάθος της υπηρεσίας μπορεί να προσβληθεί άνετα στα δικαστήρια.

Αντίστοιχο είναι και το θέμα των συντάξεων χηρείας πριν από την έναρξη ισχύος του νόμου Κατρούγκαλου (ν. 4387/16). Σε αυτή την περίπτωση εντάσσονται όλοι οι δικαιούχοι σύνταξης που προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα και λαμβάνουν τη συγκεκριμένη παροχή από το 2016 και μετά. Έτσι, οι «παλαιοί» συνταξιούχοι (προ της 13-05-16) που παίρνουν σύνταξη χηρείας δεν έτυχαν της ευεργετικής επίδρασης μεταγενέστερης διάταξης νόμου (ν. 4999/17 άρθρο 1), σύμφωνα με την οποία οι δικαιούχοι της εν λόγω παροχής πρέπει να εισπράττουν το λιγότερο το κατώτατο όριο της εθνικής σύνταξης.

Το όριο αυτό αναπροσαρμόζεται σε ετήσια βάση, σύμφωνα με τις αυξήσεις που δίνονται στις κύριες συντάξεις. Για το 2025, η εθνική σύνταξη υπολογίζεται στα 436 ευρώ για 20 έτη ασφάλισης (6.000 ένσημα). Κάτω από το συγκεκριμένο όριο όμως βρίσκονται πολλές συντάξεις χηρείας «παλαιών» συνταξιούχων. Οι πιο αδικημένοι είναι οι συνταξιούχοι λόγω θανάτου του πρώην ΟΓΑ. Ειδικά εκεί υπήρξε εξαίρεση ως προς τον επανυπολογισμό των συντάξεων. Παρατηρείται το φαινόμενο να υπάρχουν «παλαιοί» συνταξιούχοι-ασφαλισμένοι στον πρώην ΟΓΑ οι οποίοι λαμβάνουν σύνταξη χηρείας με βάση τις καταβαλλόμενες εισφορές του θανόντος, χωρίς το «δίχτυ ασφαλείας» της εθνικής σύνταξης. Άρα, υπάρχουν περιπτώσεις συντάξεων χηρείας που βρίσκονται στα επίπεδα των 150-200 ευρώ τον μήνα ή και λιγότερα. Για τους συνταξιούχους χηρείας ΟΓΑ αναμένεται να υπάρξει νομοθετική ρύθμιση, η οποία «θα αποκαθιστά τη μεγάλη αδικία που υφίστανται και θα εξισώνει τις συντάξεις παλαιών και νέων συνταξιούχων», όπως αναφέρεται.

Βοηθήματα

Στο «χρονοντούλαπο» μπαίνει και το θέμα εξορθολογισμού των επιδομάτων, που ξεκίνησε με στόχο να καταργήσει τις μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ των πρώην ασφαλιστικών ταμείων. Το βασικό εμπόδιο για την εξομοίωση των επιδομάτων, σύμφωνα με έκθεση που έγινε, είναι ότι δεν καταβάλλονται ίδιες ασφαλιστικές εισφορές από όλες τις κατηγορίες ασφαλισμένων, άρα είναι αδύνατον να εφαρμοστούν ενιαίες παροχές σε όλους. Οι μισθωτοί, οι ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αυτοαπασχολούμενοι επιστήμονες και οι αγρότες στηρίζουν το σύστημα με εντελώς διαφορετικό ύψος και δομή εισφορών. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα οι παροχές που αναλογούν σε κάθε κατηγορία να διαφέρουν σημαντικά, καθιστώντας δύσκολη μια ενιαία προσέγγιση χωρίς να προκληθούν νέες ανισορροπίες.

Έτσι, ένα σύνολο επιδομάτων και βοηθημάτων, όπως τα επιδόματα μητρότητας, ασθένειας, αποζημίωσης εργατικού ατυχήματος, τα έξοδα κηδείας και οι ειδικές παροχές που συνδέονται με προαιρετικές εισφορές, όπως φιλοξενία ηλικιωμένων σε ιδρύματα, μπορούν να καταπέσουν δικαστικά εξαιτίας των διαφορετικών εισφορών που τα καλύπτουν. Σύμφωνα με την επιτροπή που μελέτησε τον Ενιαίο Κανονισμό και εισηγήθηκε την έκθεση, ένα κοινό βοήθημα περίπου 900-1.000 ευρώ είναι δύσκολο να εφαρμοστεί, καθώς θα έπρεπε είτε να μειωθούν σημαντικά οι υψηλές παροχές ορισμένων ειδικών Ταμείων, είτε να αυξηθούν οι παροχές των υπολοίπων με αντίστοιχο δημοσιονομικό κόστος.

Οι μισθωτοί δικαιούνται επίδομα ασθένειας, το οποίο στο πρώην ΙΚΑ υπολογίζεται με κλίμακες ανάλογα με τα ημερομίσθια και μπορεί να φτάσει έως και 32,62 ευρώ την ημέρα. Αντίθετα, οι μη μισθωτοί δεν δικαιούνται επίδομα ασθένειας, παρά μόνο -σε ορισμένα Ταμεία- επίδομα ατυχήματος. Για παράδειγμα, ο ΟΑΕΕ καταβάλλει επίδομα ατυχήματος ίσο με το τριπλάσιο της μηνιαίας εισφοράς. Το ΕΤΑΑ χορηγεί επίδομα ασθένειας/ατυχήματος για τρεις μήνες, με ημερήσια ποσά από 8 έως 27 ευρώ. Η εξίσωση τέτοιων παροχών προϋποθέτει αντίστοιχη εξίσωση εισφορών, κάτι που σήμερα δεν ισχύει.

Εφημερίδα Απογευματινή