Ξανά στο ΣτΕ οι Δήμοι για τα μπόνους δόμησης

Αντιτίθενται στις ρυθµίσεις του Νέου Οικοδοµικού Κανονισµού µε αιχµή το «περιβαλλοντικό ισοδύναµο» – Η Κηφισιά σέρνει τον χορό των αντιδράσεων
22:04 - 19 Ιανουαρίου 2026
Ξανά στο ΣτΕ οι Δήμοι

ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΛΟΥ∆Η

Νέο κύκλο δικαστικών προσφυγών στο Συμβούλιο της Επικρατείας άνοιξαν δήμοι που αντιδρούν στις ρυθμίσεις του Νέου Οικοδομικού Κανονισμού (ΝΟΚ), με αιχμή αυτήν τη φορά το λεγόμενο «περιβαλλοντικό ισοδύναμο». Πρόκειται για μια κίνηση που αναμένεται να αναζωπυρώσει τη σύγκρουση γύρω από τους όρους δόμησης, σε μια περίοδο όπου το πλαίσιο παραμένει ασταθές και οι ερμηνείες του ΝΟΚ εξακολουθούν να προκαλούν έντονες αντιδράσεις σε αυτοδιοικητικό και πολιτικό επίπεδο.

Στο επίκεντρο των εξελίξεων βρίσκεται ο Δήμος Κηφισιάς, ο οποίος προσέφυγε κατά του Π.Δ. 94/2025 και ειδικότερα κατά της ρύθμισης που εισάγει το περιβαλλοντικό ισοδύναμο ως μηχανισμό αντιστάθμισης πρόσθετης δόμησης. Από τη δημοτική πλευρά επισημαίνεται ότι η προσφυγή δεν έχει τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά εντάσσεται σε μια θεσμική προσπάθεια προστασίας της φυσιογνωμίας της πόλης και της ποιότητας ζωής των κατοίκων.

Όπως υπογραμμίζεται, η Κηφισιά αποτελεί θεσμοθετημένη κηπούπολη, με ιδιαίτερα πολεοδομικά και περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά, ενώ το ιστορικό της κέντρο προστατεύεται από ειδικό Προεδρικό Διάταγμα, ακριβώς λόγω της χαμηλής κλίμακας δόμησης και του εκτεταμένου πρασίνου. Υπό αυτό το πρίσμα, η εφαρμογή ενός οριζόντιου συστήματος περιβαλλοντικού ισοδυνάμου, που επιτρέπει αυξήσεις δόμησης με γενικά ανταποδοτικά μέτρα, θεωρείται ότι δεν λαμβάνει επαρκώς υπόψη τις ιδιαιτερότητες της περιοχής και ενδέχεται να υπονομεύσει το ισχύον καθεστώς προστασίας.

Ιδιαίτερη ένσταση διατυπώνεται και για τη δυνατότητα επανέκδοσης οικοδομικών αδειών που έχουν ακυρωθεί αμετάκλητα από τα δικαστήρια. Σύμφωνα με τη θέση του δήμου, πρόκειται για άδειες που ακυρώθηκαν επειδή έκαναν χρήση των μπόνους του ΝΟΚ κατά τρόπο ασύμβατο με τους ειδικούς όρους δόμησης που ισχύουν στην περιοχή. Η πρόβλεψη επαναφοράς τους μέσω καταβολής χρηματικού ποσού ως περιβαλλοντικού ισοδυνάμου εγείρει, όπως σημειώνεται, σοβαρά ερωτήματα θεσμικής συνέπειας και πολεοδομικής ασφάλειας.

Στο ίδιο πλαίσιο, ο Δήμος Κηφισιάς ξεκαθαρίζει ότι δεν επιδιώκει την αναστολή της οικοδομικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, υποστηρίζει την ανάγκη ενός σταθερού και διαφανούς πλαισίου κανόνων, προσαρμοσμένου στις πραγματικές αντοχές και τις ανάγκες κάθε πόλης. Αναγνωρίζεται ότι επενδυτές και ιδιοκτήτες που κινήθηκαν με βάση τις τότε ισχύουσες προβλέψεις του ΝΟΚ υπέστησαν οικονομικές απώλειες, ωστόσο, κατά τη δημοτική εκτίμηση, η ευθύνη για ενδεχόμενες αποζημιώσεις δεν μπορεί να μετακυλίεται στους δήμους μέσω ενός γενικευμένου «περιβαλλοντικού κόστους». Η προσφυγή της Κηφισιάς εντάσσεται σε ευρύτερο αυτοδιοικητικό μέτωπο, στο οποίο συμμετέχουν κι άλλοι δήμοι που εκφράζουν επιφυλάξεις για τη λειτουργία του περιβαλλοντικού ισοδυνάμου. Κοινός παρονομαστής των ενστάσεων είναι ότι η πρόσθετη δόμηση συνεπάγεται αυξημένη πίεση σε υποδομές και δημόσιους χώρους, με το κόστος να επιβαρύνει τελικά τις τοπικές κοινωνίες.

Για τον Δήμο Κηφισιάς, η προσφυγή στο Συμβούλιο της Επικρατείας αποτελεί, τελικά, αναγκαία θεσμική παρέμβαση, με στόχο να αποτραπεί η αλλοίωση της ιδιαίτερης πολεοδομικής φυσιογνωμίας της περιοχής και να διασφαλιστεί ότι οποιαδήποτε αναπτυξιακή παρέμβαση θα παραμένει συμβατή με τον χαρακτήρα και την ιστορική ταυτότητα της πόλης.

Οι αυτοδιοικητικοί φορείς σπεύδουν πάντως να ξεκαθαρίσουν ότι δεν ζητούν «πάγωμα» της οικοδομικής δραστηριότητας. Αντιθέτως, υποστηρίζουν την ανάγκη ενός πλαισίου σαφών, διαφανών και δίκαιων κανόνων, προσαρμοσμένων στις αντοχές και τις πραγματικές ανάγκες κάθε πόλης. Όσο για τους ιδιώτες και τους επενδυτές που υπέστησαν οικονομική ζημία, καθώς κινήθηκαν με βάση τις προβλέψεις του ΝΟΚ πριν από τις αποφάσεις του ΣτΕ, θεωρούν ότι η ευθύνη αποζημίωσης θα πρέπει να βαρύνει το Ελληνικό Δημόσιο και όχι να μετακυλίεται στους δήμους, μέσω ενός γενικευμένου «περιβαλλοντικού κόστους».

Κομβικό ρόλο στην επιχειρηματολογία τους φαίνεται να παίζει και μια πρόσφατη εξέλιξη στο ΣτΕ σχετικά με τα αυθαίρετα. Σύμφωνα με νομικούς κύκλους, το Ε΄ Τμήμα του ΣτΕ έκρινε ότι δεν είναι συνταγματικά ανεκτή η υπαγωγή στο καθεστώς «τακτοποίησης» κατασκευών που ανεγέρθηκαν βάσει οικοδομικών αδειών οι οποίες ακυρώθηκαν αμετάκλητα, παραπέμποντας το ζήτημα στην Ολομέλεια. Αν η Ολομέλεια υιοθετήσει αυτή τη γραμμή, εκτιμάται ότι τίθεται σε σοβαρό κίνδυνο συνολικά το σχήμα του περιβαλλοντικού ισοζυγίου και οι μηχανισμοί αντιστάθμισης του ΝΟΚ.

Το μήνυμα που διαβάζουν οι δήμοι πίσω από τη νομολογία είναι σαφές ότι το κράτος μπορεί να αναζητά λύσεις για κτίρια που βρέθηκαν εκ των υστέρων εκτός νομιμότητας, δεν μπορεί όμως να τα εντάσσει οριζόντια σε ευνοϊκά καθεστώτα, παρακάμπτοντας το δικαστικό αποτέλεσμα. Απαιτείται ουσιαστικός, εξατομικευμένος πολεοδομικός έλεγχος και όχι γενικές ρυθμίσεις που επιχειρούν να «νομιμοποιήσουν» εκ των υστέρων πρόσθετη δόμηση μέσω χρηματικών αντισταθμίσεων. Σε αυτό ακριβώς το σκεπτικό στηρίζεται και η νέα προσφυγή, με τους δήμους να επιχειρούν να μπλοκάρουν τη λογική ότι πρώτα παράγεται υπέρβαση δόμησης και στη συνέχεια αυτή μπορεί να εξαγοραστεί μέσω μηχανισμών τύπου περιβαλλοντικού ισοδυνάμου.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»