Το ελληνικό ντίζελ ρέει ξανά προς Βαλκάνια

Επιστρέφει έπειτα από 13 χρόνια ο πετρελαιαγωγός Θεσσαλονίκης - Βόρειας Μακεδονίας – Σταδιακή επανεκκίνηση και νέος ρόλος στην ευρωπαϊκή ενεργειακή σκηνή
22:41 - 19 Ιανουαρίου 2026
Το ελληνικό ντίζελ

ΤΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΩΣΤΑ∆ΗΜΑ

∆εκατρία χρόνια µετά τη διακοπή της λειτουργίας του, ο πετρελαιαγωγός Θεσσαλονίκης – Βόρειας Μακεδονίας επιστρέφει σταδιακά σε λειτουργία, κλείνοντας έναν κύκλο που περιελάµβανε δικαστικές διαµάχες, θεσµικές εκκρεµότητες και µακρές διαπραγµατεύσεις µεταξύ των δύο πλευρών. Πρόκειται για µια υποδοµή που για περισσότερο από µία δεκαετία παρέµεινε ανενεργή, παρότι είχε σχεδιαστεί για να αποτελέσει βασικό κρίκο στον εφοδιασµό καυσίµων των Βαλκανίων. Σήµερα, η επανεκκίνηση του αγωγού έρχεται σε µια συγκυρία έντονων ανακατατάξεων στην αγορά πετρελαιοειδών της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, καθώς η παρουσία ρωσικών προϊόντων υποχωρεί και οι χώρες της περιοχής αναζητούν νέες, σταθερές πηγές εφοδιασµού. Σε αυτό το περιβάλλον, την ευκαιρία να καλύψει τις αυξηµένες ανάγκες για ντίζελ στα Βαλκάνια και να ενισχύσει τη θέση της στην ευρύτερη γειτονιά «βλέπει» η HELLENiQ ENERGY µέσω του αγωγού Ελλάδας – Βόρειας Μακεδονίας, ο οποίος φιλοδοξεί να µεταφέρει έως 2,5 εκατοµµύρια τόνους καυσίµων ετησίως, µε τελικούς αποδέκτες το Κόσοβο, τη νότια Σερβία και σε µικρότερο βαθµό τη Βουλγαρία.

Το έργο, που συνδέει τις βιοµηχανικές εγκαταστάσεις διύλισης της Θεσσαλονίκης µε εκείνες της OKTA στη Βόρεια Μακεδονία, τέθηκε εκ νέου σε λειτουργία στις 31 ∆εκεµβρίου, έπειτα από 13 χρόνια αδράνειας. Η επανεκκίνηση του αγωγού εντάσσεται στη λογική της δηµιουργίας αξόνων µεταφοράς που µειώνουν την εξάρτηση από συγκεκριµένους προµηθευτές και ενισχύουν την περιφερειακή ασφάλεια εφοδιασµού.

«Πράσινη» υποδοµή

Ο διευθύνων σύµβουλος της HELLENiQ ENERGY, Ανδρέας Σιάµισιης, έχει περιγράψει την επαναλειτουργία του αγωγού ως χαρακτηριστικό παράδειγµα υποδοµής µε άµεσο οικονοµικό, γεωπολιτικό και περιβαλλοντικό αποτύπωµα. Οπως έχει επισηµάνει, ο αγωγός θα είναι σε θέση να τροφοδοτεί τις αγορές της Βόρειας Μακεδονίας, του Κοσόβου, της Σερβίας και της Βουλγαρίας, περιορίζοντας παράλληλα τη µεταφορά καυσίµων µέσω χιλιάδων βυτιοφόρων που µέχρι σήµερα διέσχιζαν καθηµερινά τη διαδροµή Θεσσαλονίκη – Σκόπια. «Με την ενεργοποίηση του αγωγού αναµένεται η αύξηση των πωλήσεων του οµίλου στην περιοχή, καθώς επί της ουσίας θα λειτουργεί ως ένας άλλος κάθετος διάδροµος για τη µεταφορά πετρελαίου», έχει τονίσει, προσθέτοντας ότι το έργο ενισχύει όχι µόνο τη θέση της εταιρείας, αλλά και τη γεωπολιτική βαρύτητα της Ελλάδας στον ενεργειακό χάρτη της περιοχής.

Η ροή καυσίµων στον αγωγό ξεκίνησε παραµονή Πρωτοχρονιάς, στο πλαίσιο της τεχνικής επανεκκίνησης. Οπως επισηµαίνουν πηγές στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή», τα πρώτα αυτά φορτία έχουν κυρίως τεχνικό χαρακτήρα, καθώς χρησιµοποιούνται για τον καθαρισµό και την προετοιµασία του αγωγού, προκειµένου να διασφαλιστεί η σταθερή ποιότητα των προϊόντων πριν από την πλήρη εµπορική λειτουργία. Η πρώτη κανονική παράδοση πετρελαίου µέσω του αγωγού αναµένεται έως το τέλος Ιανουαρίου.

Η «µοιρασιά»

Ο αγωγός εκτείνεται σε µήκος 214 χιλιοµέτρων, εκ των οποίων τα 70 χιλιόµετρα βρίσκονται εντός ελληνικού εδάφους, και συνδέει τις εγκαταστάσεις της Θεσσαλονίκης µε εκείνες της OKTA στα Σκόπια. ∆ιαχειρίστρια εταιρεία είναι η VARDAX S.A., κοινοπραξία στην οποία η HELLENiQ ENERGY συµµετέχει µε ποσοστό 80%, ενώ η Βόρεια Μακεδονία έχει παρουσία µέσω της A.D. Naftovod µε 20%.

Μετά τις επενδύσεις εκσυγχρονισµού, ο αγωγός διαθέτει δυναµικότητα µεταφοράς περίπου 2,5 εκατ. τόνων ετησίως σε πετρελαιοειδή, µε βασικό φορτίο σήµερα το ντίζελ κίνησης και ξεκάθαρο ρόλο στη διακίνηση τελικών προϊόντων στην περιφέρεια. Ο διευθυντής της A.D. Naftovod, Ράντοβαν Μιλόσοσκι, σηµειώνει ότι µε την πλήρη ενεργοποίηση του αγωγού το βορειοµακεδονικό ∆ηµόσιο µπορεί να εξασφαλίζει ετήσια έσοδα άνω των 10 εκατ. ευρώ από τα τέλη µεταφοράς, υπογραµµίζοντας ότι πρόκειται για έργο µε σαφές οικονοµικό και στρατηγικό όφελος για τη χώρα. Η Βόρεια Μακεδονία αναµένεται να λειτουργήσει ως κόµβος logistics για την ευρύτερη περιοχή, µε τα καύσιµα να διανέµονται περαιτέρω είτε οδικώς είτε µέσω του πυκνού σιδηροδροµικού δικτύου των Βαλκανίων προς τη νότια Σερβία, το Κόσοβο και εν µέρει τη Βουλγαρία. Για τη Βουλγαρία ειδικότερα, η οποία σήµερα καλύπτει τις ανάγκες της κυρίως από τη Ρουµανία και την Τουρκία, ο αγωγός προσθέτει ακόµη µία δυνητική πηγή εφοδιασµού. Σε όλες αυτές τις αγορές, η ζήτηση για έτοιµα πετρελαιοειδή κινείται σταθερά ανοδικά, τάση που εκτιµάται ότι θα ενισχυθεί περαιτέρω όσο εξασθενεί η ρωσική παρουσία.

Το χρονικό των διενέξεων

Πίσω από την επανεκκίνηση, ωστόσο, βρίσκεται µια µακρά περίοδος διενέξεων, δικαστικών προσφυγών και καθυστερήσεων. Ο αγωγός κατασκευάστηκε το 2002 από ελληνικές κατασκευαστικές εταιρείες, αφού είχε προηγηθεί, το 1999 η εξαγορά του 81,51% της OKTA από την ΕΛΠΕΤ Βαλκανική, θυγατρική των τότε Ελληνικών Πετρελαίων. Το έργο λειτούργησε κανονικά έως το 2013, όταν αποφασίστηκε η αναστολή της διυλιστικής δραστηριότητας στην OKTA, καθώς κρίθηκε οικονοµικά ασύµφορη.

Εκτοτε, νοµικές και οικονοµικές εκκρεµότητες µεταξύ της HELLENiQ ENERGY και του κράτους της Βόρειας Μακεδονίας καθυστέρησαν την επανεκκίνηση, µε πιο χαρακτηριστική την αθέτηση συµβατικών υποχρεώσεων που αφορούσαν τη δέσµευση αγοράς τουλάχιστον 500.000 τόνων καυσίµων ετησίως. Η υπόθεση οδηγήθηκε στο ∆ιαιτητικό ∆ικαστήριο του Παρισιού, το οποίο δικαίωσε την εταιρεία, επιδικάζοντας αποζηµίωση ύψους 12,98 εκατ. δολαρίων. Ωστόσο, η µη καταβολή του ποσού από τη βορειοµακεδονική πλευρά αποτέλεσε για χρόνια τροχοπέδη στην αποκατάσταση των σχέσεων και στην τελική αδειοδότηση του έργου.

Η επανεκκίνηση του αγωγού δηµιουργεί τις συνθήκες ώστε, ύστερα από 13 χρόνια αδράνειας, µια κρίσιµη υποδοµή να αποκτήσει ξανά ενεργό και σταθερό ρόλο στον εφοδιασµό καυσίµων της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»