Τον κίνδυνο να «μπλοκάρουν» ή να καθυστερήσουν σημαντικά οι νέες αναβαθμίσεις της ελληνικής οικονομίας από τους ξένους οίκους αξιολόγησης, αν η Ελλάδα δεν τιθασεύσει τον υψηλό πληθωρισμό ανοίγοντας τις αγορές στον ανταγωνισμό και διευρύνοντας την παραγωγική της βάση, επισημαίνει η Eurobank μέσα από νέα της μελέτη. Όπως αναφέρει, παρά τη δημοσιονομική σταθεροποίηση και την επιστροφή της χώρας στον επενδυτικό χάρτη, ο πληθωρισμός επιμένει σε υψηλά επίπεδα και η ελληνική οικονομία μπαίνει στο 2026 με ένα σαφές μήνυμα από τους διεθνείς οίκους αξιολόγησης: χωρίς διεύρυνση της παραγωγικής βάσης και ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας, οι αναβαθμίσεις θα παραμείνουν δύσκολες και οι πληθωριστικές πιέσεις ισχυρές.
Ο πρώτος κύκλος αξιολογήσεων της ελληνικής οικονομίας για το 2026 αρχίζει στις 6 Μαρτίου από τον οίκο DBRS Morningstar και ολοκληρώνεται στις 8 Μαΐου με τον Fitch. Στο ενδιάμεσο, ακολουθούν οι Moody’s, Scope Ratings και Standard & Poor’s. Σήμερα, μόνο η Moody’s κατατάσσει την Ελλάδα στην υψηλότερη επενδυτική βαθμίδα, ενώ οι υπόλοιποι οίκοι τοποθετούν το αξιόχρεο της χώρας ένα μόλις σκαλοπάτι χαμηλότερα. Παράλληλα, οι προοπτικές παραμένουν κατά κύριο λόγο «σταθερές», στοιχείο που περιορίζει τις πιθανότητες άμεσης αναβάθμισης.
Στις εκθέσεις τους, σύμφωνα με τη Eurobank, οι οίκοι αναγνωρίζουν τη βελτίωση των δημοσιονομικών μεγεθών, αλλά ταυτόχρονα επισημαίνουν τα χρόνια διαρθρωτικά προβλήματα και τους καθοδικούς κινδύνους για τη μεσομακροπρόθεσμη ανάπτυξη. Σε ένα περιβάλλον ισχυρής εγχώριας ζήτησης μετά την πανδημία, η αδυναμία της παραγωγικής βάσης αναδεικνύεται σε κρίσιμο περιορισμό.
Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δείχνουν ότι ο πληθωρισμός στην Ελλάδα αποδείχθηκε ιδιαίτερα υψηλός το 2025. Ο μέσος ετήσιος ρυθμός του Εναρμονισμένου Δείκτη Τιμών Καταναλωτή διαμορφώθηκε στο 2,9%, σχεδόν αμετάβλητος σε σχέση με το 2024, την ώρα που στην Ευρωζώνη καταγράφηκε αποκλιμάκωση στο 2,1%, επίπεδο κοντά στον στόχο της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας.
Η Ελλάδα βρέθηκε στο μέσο της κατάταξης των χωρών του ευρώ, με σημαντικές όμως αποκλίσεις μεταξύ κρατών. Στην κορυφή βρέθηκαν χώρες της Βαλτικής και της Κεντρικής Ευρώπης, όπως η Εσθονία, η Κροατία και η Σλοβακία, ενώ στον αντίποδα καταγράφηκαν ιδιαίτερα χαμηλοί ρυθμοί σε Γαλλία και Κύπρο. Οι διαφορές αυτές δεν αποδίδονται μόνο σε δημοσιονομικές επιλογές ή στο παραγωγικό κενό, αλλά και στην έκθεση κάθε οικονομίας στις γεωπολιτικές αναταράξεις της τελευταίας εξαετίας, από την πανδημία έως τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Στην Ελλάδα, η επιμονή του πληθωρισμού το 2025 προήλθε κυρίως από τρεις κατηγορίες: τις υπηρεσίες, τα μη επεξεργασμένα τρόφιμα και την ενέργεια. Οι τιμές στις υπηρεσίες αυξήθηκαν με ρυθμό 4,8%, στα μη επεξεργασμένα είδη διατροφής κατά 6,4%, ενώ στην ενέργεια (ηλεκτρικό ρεύμα, φυσικό αέριο και θερμική ενέργεια) η άνοδος έφτασε το 6,2%, αντιστρέφοντας την πτωτική πορεία του 2024. Αντίβαρο αποτέλεσαν η επιβράδυνση στα επεξεργασμένα τρόφιμα και στα μη ενεργειακά βιομηχανικά αγαθά, καθώς και η έντονη πτώση στις τιμές των υγρών καυσίμων, λόγω της μείωσης των διεθνών τιμών πετρελαίου. Το συνολικό αποτέλεσμα ήταν ένας πληθωρισμός σχεδόν αμετάβλητος, προϊόν αντίρροπων δυνάμεων. Ωστόσο, το βασικό συμπέρασμα παραμένει σαφές: με τη ζήτηση ισχυρή, μόνο η ενίσχυση της προσφοράς μπορεί να λειτουργήσει αποσυμπιεστικά για τις τιμές.
Εφημερίδα Απογευματινή






