Η ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρωπαϊκής Ένωσης από το ρωσικό φυσικό αέριο περνά σε φάση οριστικής και δεσμευτικής εφαρμογής, καθώς η κοινή απόφαση του Συμβουλίου Υπουργών Ενέργειας και του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου αποκτά πλέον ισχύ ευρωπαϊκού κανονισμού. Στο πλαίσιο της στρατηγικής REPowerEU, η Ε.Ε. χαράσσει ένα αμετάκλητο χρονοδιάγραμμα για την πλήρη απαγόρευση των εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου έως το 2028, σηματοδοτώντας το τέλος μιας πολυετούς σχέσης ενεργειακής εξάρτησης.
Στο επίσημο κανονιστικό κείμενο, η Ρωσία χαρακτηρίζεται ρητά αναξιόπιστος εμπορικός εταίρος, καθώς –όπως αναφέρεται– χρησιμοποίησε το φυσικό αέριο ως γεωπολιτικό μοχλό πίεσης, επηρεάζοντας τις αγορές, τον ανταγωνισμό και τη σταθερότητα των τιμών, με σοβαρές επιπτώσεις στην ευρωπαϊκή οικονομία. Η νέα ρύθμιση προβλέπει σταδιακή κατάργηση τόσο του αερίου αγωγών όσο και του ρωσικού LNG, με σαφώς προσδιορισμένα ενδιάμεσα ορόσημα.
Η εφαρμογή του κανονισμού ξεκινά έξι εβδομάδες μετά την έναρξη ισχύος του, ενώ παρέχεται μεταβατική περίοδος για υφιστάμενες συμβάσεις, ώστε να αποφευχθούν αιφνίδιες αναταράξεις στην αγορά. Η πλήρης απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού LNG τοποθετείται στις αρχές του 2027, ενώ για το φυσικό αέριο αγωγών από το φθινόπωρο του 2027, με πρόβλεψη ιδιαίτερα αυστηρών χρηματικών κυρώσεων για τα κράτη-μέλη που δεν θα συμμορφωθούν.
Κρίσιμος πυλώνας του νέου πλαισίου είναι η υποχρέωση των κρατών-μελών να καταρτίσουν έως την 1η Μαρτίου 2026 εθνικά σχέδια διαφοροποίησης εφοδιασμού, στα οποία θα αποτυπώνονται οι ανάγκες, τα ρίσκα και οι απαιτούμενες υποδομές αντικατάστασης του ρωσικού αερίου.
Στο περιθώριο του Παγκόσμιου Οικονομικού Φόρουμ του Νταβός, από το Davos Lodge, παρέμβαση για το ζήτημα έκανε ο Πρόεδρος και Διευθύνων Σύμβουλος του Ομίλου AKTOR και CEO της ATLANTIC SEE LNG TRADE, Αλέξανδρος Εξάρχου. Όπως υπογράμμισε, η Ευρώπη οφείλει να αποδείξει ότι οι πολιτικές της αποφάσεις συνοδεύονται από πραγματικές επενδύσεις. Υπενθύμισε ότι η Ε.Ε. για χρόνια επέλεξε την πλήρη εξάρτηση από το ρωσικό φυσικό αέριο, γεγονός που αποδυνάμωσε τη διαπραγματευτική της θέση μετά το ξέσπασμα του πολέμου.
Ο κ. Εξάρχου επισήμανε ότι, εφόσον η απαγόρευση από το 2028 είναι πράγματι αδιαπραγμάτευτη, οι χώρες –ιδίως εκείνες του κάθετου ενεργειακού άξονα– θα έπρεπε ήδη να έχουν κινηθεί για τη σύναψη μακροχρόνιων συμβάσεων LNG. Παράλληλα, ανέδειξε την ανάγκη ευρωπαϊκής χρηματοδότησης για κρίσιμες υποδομές, όπως νέα FSRU, αναβάθμιση υφιστάμενων διαδρόμων μεταφοράς και δημιουργία εναλλακτικών οδεύσεων, ώστε το αμερικανικό LNG να καταστεί ανταγωνιστικό σε βάθος χρόνου.
«Η Ευρώπη πρέπει να προσαρμοστεί στη νέα γεωπολιτική πραγματικότητα και να αποδείξει ότι αυτά που αποφασίζει, τα υλοποιεί», κατέληξε ο επικεφαλής του Ομίλου AKTOR, δίνοντας το στίγμα της επόμενης ημέρας για την ευρωπαϊκή ενεργειακή πολιτική.
Στο ίδιο πλαίσιο, υπενθυμίζεται ότι η ATLANTIC SEE LNG TRADE, στην οποία ο Όμιλος AKTOR συμμετέχει με 60% και η ΔΕΠΑ Εμπορίας με 40%, έχει ήδη εξασφαλίσει τις πρώτες μακροχρόνιες συμβάσεις προμήθειας αμερικανικού LNG στην Ελλάδα, καθώς και σημαντικές συμφωνίες διάθεσης με Ρουμανία και Ουκρανία, ενισχύοντας τον στρατηγικό ρόλο της χώρας στον περιφερειακό ενεργειακό χάρτη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης.
ΕΕ: Δεσμευτική η απαγόρευση εισαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου
Η Ευρωπαϊκή Ένωση κάνει ένα αποφασιστικό βήμα προς την πλήρη ενεργειακή απεξάρτηση από τη Ρωσία, καθώς τα κράτη-μέλη έδωσαν την τελική έγκριση στον κανονισμό που απαγορεύει τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου. Με τη συμφωνία αυτή, το μέτρο αποκτά δεσμευτική νομική ισχύ, σηματοδοτώντας το οριστικό τέλος μιας σχέσης εξάρτησης που κυριάρχησε επί δεκαετίες και άρχισε να αποδομείται μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Ο κανονισμός προβλέπει σταδιακή εφαρμογή, με στόχο να διαφυλαχθεί η ενεργειακή ασφάλεια και να αποφευχθούν σοβαροί κραδασμοί στις αγορές. Η απαγόρευση τίθεται σε ισχύ έξι εβδομάδες μετά την ενεργοποίησή της, ενώ οι υφιστάμενες συμβάσεις θα υπόκεινται σε μεταβατικές περιόδους. Συγκεκριμένα, οι εισαγωγές ρωσικού LNG θα τερματιστούν έως το τέλος του 2026, ενώ το φυσικό αέριο που μεταφέρεται μέσω αγωγών θα διακοπεί έως τις 30 Σεπτεμβρίου 2027.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στον έλεγχο της προέλευσης του φυσικού αερίου. Πριν από κάθε εισαγωγή, τα κράτη-μέλη υποχρεούνται να επαληθεύουν τη χώρα παραγωγής, με την παραβίαση των κανόνων να συνεπάγεται αυστηρές κυρώσεις. Τα πρόστιμα μπορεί να φθάσουν έως 2,5 εκατ. ευρώ για φυσικά πρόσωπα, ενώ για εταιρείες προβλέπεται ελάχιστο πρόστιμο 40 εκατ. ευρώ ή ακόμη και 300% του κύκλου εργασιών της επίμαχης συναλλαγής.
Παράλληλα, τα κράτη-μέλη καλούνται έως την 1η Μαρτίου 2026 να καταρτίσουν εθνικά σχέδια διαφοροποίησης του ενεργειακού εφοδιασμού, επισημαίνοντας τις δυσκολίες αντικατάστασης των ρωσικών ποσοτήτων. Οι ενεργειακές εταιρείες υποχρεούνται να δηλώσουν τις εναπομείνασες συμβάσεις τους, ενώ χώρες που συνεχίζουν να εισάγουν ρωσικό πετρέλαιο θα πρέπει επίσης να παρουσιάσουν σαφή οδικό χάρτη απεξάρτησης.
Ο κανονισμός προβλέπει ωστόσο και ρήτρα ευελιξίας. Σε περίπτωση σοβαρής απειλής για την ασφάλεια εφοδιασμού, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή μπορεί να αναστείλει προσωρινά την απαγόρευση έως και για τέσσερις εβδομάδες, ώστε να αντιμετωπιστούν έκτακτες συνθήκες.
Η απόφαση εντάσσεται στον πυρήνα της στρατηγικής REPowerEU, που στοχεύει στον οριστικό τερματισμό της εξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια. Όπως δήλωσε ο Μιχαήλ Δαμιανός, υπουργός Ενέργειας της Κύπρου, η ΕΕ αποκτά πλέον μια αγορά ενέργειας πιο ανθεκτική, διαφοροποιημένη και αυτόνομη, βασισμένη στη συνεργασία και την αλληλεγγύη.
Δεν έλειψαν, ωστόσο, οι αντιδράσεις. Ουγγαρία και Σλοβακία καταψήφισαν το μέτρο, με τη Βουδαπέστη να ανακοινώνει προσφυγή στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και οι δύο χώρες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένες από τις ρωσικές προμήθειες και επιδιώκουν τη διατήρηση στενών δεσμών με τη Μόσχα. Παρά τις αντιρρήσεις τους, η απόφαση εγκρίθηκε με ενισχυμένη πλειοψηφία, υπερβαίνοντας το μπλοκάρισμα.
Υπενθυμίζεται ότι πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία, η Ρωσία κάλυπτε πάνω από το 40% των αναγκών της ΕΕ σε φυσικό αέριο. Το ποσοστό αυτό έχει πλέον μειωθεί δραστικά, αγγίζοντας περίπου το 13% το 2025, εξέλιξη που καταδεικνύει τη ριζική αναδιάρθρωση του ευρωπαϊκού ενεργειακού χάρτη.









