Κινεζική εισβολή στα ευρωπαϊκά δίκτυα ενέργειας

Επίδειξη ισχύος σε µετοχικό, τεχνολογικό και επιχειρησιακό πεδίο, µε ισχυρή παρουσία εκεί όπου συναντώνται οι ΑΠΕ, η αποθήκευση, η ευφυής διαχείριση φορτίων και οι διασυνδέσεις
22:49 - 2 Φεβρουαρίου 2026
Κινεζική εισβολή

TΗΣ ΙΩΑΝΝΑΣ ΚΩΣΤΑ∆ΗΜΑ

Η κινεζική διείσδυση στα ευρωπαϊκά ενεργειακά δίκτυα δεν είναι πια μια αφηρημένη συζήτηση περί «εξάρτησης από εισαγωγές». Είναι ένα συγκεκριμένο αποτύπωμα ισχύος που χτίζεται ταυτόχρονα σε τρία πεδία: μετοχικά, τεχνολογικά και επιχειρησιακά. Και ακριβώς επειδή τα δίκτυα βρίσκονται σήμερα στο επίκεντρο της ενεργειακής μετάβασης, εκεί όπου συναντώνται οι ΑΠΕ, η αποθήκευση, η ευφυής διαχείριση φορτίων και οι διασυνδέσεις, η κινεζική παρουσία αποκτά χαρακτήρα συστημικού ρίσκου. Η Ελλάδα, ως αγορά ιδιαίτερου ενδιαφέροντος και με τη State Grid ήδη «εγκατεστημένη» στον ΑΔΜΗΕ, συνιστά για την έκθεση του EUISS («The Dragon in the Grid – Limiting China’s influence in Europe’s energy system») μία από τις πιο χαρακτηριστικές περιπτώσεις της νέας πραγματικότητας.

Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι η Κίνα δεν «παίζει» μόνο ως φθηνός προμηθευτής εξοπλισμού της πράσινης μετάβασης. Πατάει πάνω σε μια διπλή ισχύ. Από τη μία πλευρά κυριαρχεί στις αλυσίδες εφοδιασμού των τεχνολογιών ΑΠΕ και των κρίσιμων εξαρτημάτων τους, από την άλλη αποκτά θεσμική και λειτουργική εγγύτητα στα ίδια τα ευρωπαϊκά συστήματα μεταφοράς μέσω μετοχικών συμμετοχών σε Διαχειριστές. Αυτός ο συνδυασμός μετατρέπει τη σχέση «αγοράζω εξοπλισμό» σε σχέση «εξαρτώμαι για να λειτουργήσω». Και αυτό, σε ένα σύστημα που γίνεται ολοένα και πιο ψηφιακό, σημαίνει ότι το ρίσκο δεν περιορίζεται στη διαθεσιμότητα προϊόντων, αλλά αγγίζει δεδομένα, λογισμικό, τηλεπικοινωνίες, ενημερώσεις, υπηρεσίες συντήρησης και επιλογές προμηθευτών.

Διάδρομος επιρροής

Η κινεζική διείσδυση στα ευρωπαϊκά δίκτυα είναι ήδη μετρήσιμη. Κρατικές κινεζικές εταιρείες διατηρούν συμμετοχές σε Διαχειριστές Συστημάτων Μεταφοράς σε πέντε χώρες της Ε.Ε. -Πορτογαλία (REN), Ιταλία (Terna μέσω CDP Reti), Λουξεμβούργο (Creos), Μάλτα (Enemalta) και Ελλάδα (ΑΔΜΗΕ)- δημιουργώντας έναν διάδρομο επιρροής που, σύμφωνα με το EUISS, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από τη γεωπολιτική στρατηγική του Πεκίνου. Στην Ελλάδα ειδικότερα, η State Grid κατέχει το 24% του ΑΔΜΗΕ, ποσοστό που δεν είναι απλώς «επένδυση χαρτοφυλακίου», αλλά πρόσβαση σε έναν οργανισμό ο οποίος σχεδιάζει, υλοποιεί και λειτουργεί τις διασυνδέσεις που θα καθορίσουν την ασφάλεια εφοδιασμού της χώρας στην επόμενη δεκαετία.

Η διείσδυση στις ευρωπαϊκές υποδομές εγκυμονεί τρεις κινδύνους. Ο πρώτος είναι στρατηγικός: Η δυνατότητα άσκησης επιρροής, έστω έμμεσης, στις κρίσιμες αποφάσεις των Διαχειριστών, σε μια περίοδο όπου επανασχεδιάζεται η αρχιτεκτονική των ευρωπαϊκών δικτύων. Καθώς η Ευρώπη επιταχύνει επενδύσεις σε διασυνδέσεις, ψηφιακά συστήματα και αποθήκευση για να ενσωματώσει υψηλές ροές ΑΠΕ, η θεσμική παρουσία ενός γεωπολιτικά «υψηλού ρίσκου» παίκτη στο επίπεδο του Διαχειριστή δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Όχι για άμεση επιβολή αποφάσεων, αλλά για τη δυνατότητα επηρεασμού της ιεράρχησης έργων, των τεχνικών προδιαγραφών και των τεχνολογικών επιλογών. Στην Ελλάδα, με τον ΑΔΜΗΕ στον πυρήνα ενός πολυετούς κύκλου επενδύσεων, η διάσταση αυτή αποκτά ιδιαίτερο βάρος.

Ο δεύτερος κίνδυνος είναι επιχειρησιακός και αφορά τα δεδομένα. Οι Διαχειριστές ανταλλάσσουν σε ευρωπαϊκό επίπεδο, μέσω ENTSO-E και ENTSO-G, κρίσιμες πληροφορίες που είναι απαραίτητες για την ισορροπία του συστήματος και τη λειτουργία της ενιαίας αγοράς. Πρόκειται για στοιχεία που αφορούν διασυνοριακές ροές, συμφόρηση, διαθέσιμες εφεδρείες, ώρες αιχμής και σενάρια αστάθειας, δηλαδή δεδομένα με αξία τόσο για την αγορά όσο και για την ασφάλεια. Το EUISS προειδοποιεί ότι οποιαδήποτε διάβρωση εμπιστοσύνης μεταξύ Διαχειριστών, λόγω της παρουσίας επενδυτών που συνδέονται με κρατικές στρατηγικές τρίτων χωρών, μπορεί να εξελιχθεί σε συστημικό πρόβλημα.

Ο τρίτος κίνδυνος είναι οικονομικός και μακροπρόθεσμα δομικός: η έμμεση χειραγώγηση των αλυσίδων προμήθειας των ευρωπαϊκών δικτύων. Η State Grid και η China Southern Power Grid, που συμμετέχουν σε ευρωπαϊκούς Διαχειριστές, λειτουργούν με κανόνες προμηθειών που ευνοούν συστημικά κινεζικούς κατασκευαστές. Ο κίνδυνος δεν είναι μόνο να εισέλθει κινεζικός εξοπλισμός στα ευρωπαϊκά δίκτυα, αλλά να παγιωθεί ως προεπιλεγμένη λύση μέσω συμβάσεων συντήρησης και αναβαθμίσεων και να εκτοπίσει Δυτικούς ανταγωνιστές, όχι λόγω τεχνολογικής υστέρησης, αλλά επειδή δεν μπορούν να ανταγωνιστούν ένα μοντέλο όπου το κόστος και η πρόσβαση στην αγορά συνδέονται με κρατική στρατηγική.

Σε αυτό το σημείο, η Ελλάδα προβάλλει ως «εργαστήριο» του φαινομένου. Εκτιμήσεις της αγοράς συγκλίνουν στο ότι έως το 2030 κρίσιμος εξοπλισμός για την παραγωγή από ΑΠΕ και τη μεταφορά ηλεκτρικής ενέργειας κινδυνεύει να είναι σχεδόν πλήρως κινεζικής προέλευσης, δημιουργώντας μια δομική εξάρτηση δύσκολα αναστρέψιμη. Την ίδια ώρα, καλλιεργείται η αίσθηση ότι μέρος των ελληνικών διαγωνισμών τείνει να «κλειδώνει» υπέρ συγκεκριμένων παικτών, καθώς η συμμετοχή κινεζικών σχημάτων λειτουργεί αποτρεπτικά για άλλους ενδιαφερόμενους και συμπιέζει τον ανταγωνισμό. Και αυτό δεν είναι απλώς ζήτημα κόστους έργων. Είναι ζήτημα αν η χώρα θα διαθέτει πραγματικές εναλλακτικές τεχνολογικές επιλογές και διαφοροποιημένες αλυσίδες εφοδιασμού όταν το σύστημα θα κληθεί να αντέξει ενεργειακές ή γεωπολιτικές κρίσεις.

Την ίδια ώρα, σε ευρωπαϊκό επίπεδο καταγράφεται μία σαφής μετατόπιση. Η Γερμανία ακύρωσε συμφωνία για κινεζικές ανεμογεννήτριες σε offshore έργο, επιλέγοντας Siemens Gamesa για λόγους κυβερνοασφάλειας, ενώ στη Βρετανία και στην Ολλανδία έχει ανοίξει δημόσια συζήτηση για τους κινδύνους κινεζικής τεχνολογίας σε κρίσιμες υποδομές. Η Λιθουανία προχώρησε ήδη σε θεσμικό «μπλοκάρισμα» της εξ αποστάσεως πρόσβασης κινεζικών εταιρειών σε φωτοβολταϊκά και άλλες ηλεκτρικές εγκαταστάσεις. Το διακύβευμα για την Ελλάδα και την υπόλοιπη Ευρώπη δεν είναι η πλήρης απεξάρτηση, αλλά ο έλεγχος της έκθεσης στα πιο κρίσιμα σημεία του συστήματος.

Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»