«Καμπανάκι» για το χρέος μετά το 2027

Κομισιόν: Διαχειρίσιμες οι χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου στη διετία (9% του ΑΕΠ), «μαξιλάρι» ρευστότητας 44 δισ. ευρώ αλλά απαιτούνται συνεχής ανάπτυξη και πρωτογενή πλεονάσματα 1,8% του ΑΕΠ μέχρι το 2036!
10:32 - 14 Φεβρουαρίου 2026
«Καμπανάκι» για το χρέος μετά το 2027

Συναγερμό για τη μεσοπρόθεσμη πορεία του ελληνικού δημόσιου χρέους εκπέμπει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία στη νέα Ανάλυση Βιωσιμότητας Χρέους για την Ελλάδα επισημαίνει ότι, παρά τη σαφή βελτίωση των τελευταίων ετών, οι κίνδυνοι παραμένουν και θα μπορούσαν να ανατρέψουν την πορεία αποκλιμάκωσης, εάν μεταβληθούν δυσμενώς οι οικονομικές συνθήκες.

Τα θετικά σημεία

Στην έκθεση καταγράφεται ότι οι βραχυπρόθεσμες χρηματοδοτικές ανάγκες του Δημοσίου παραμένουν χαμηλές και διαχειρίσιμες. Για την περίοδο 2026-2027 εκτιμάται ότι θα κινηθούν κοντά στο 9% του ΑΕΠ, επίπεδο που δεν προκαλεί ανησυχία με βάση τα ευρωπαϊκά δεδομένα. Καθοριστικό ρόλο διαδραματίζει το ισχυρό ταμειακό απόθεμα, που ανέρχεται περίπου στα 44 δισ. ευρώ, λειτουργώντας σαν «μαξιλάρι» ρευστότητας και επιτρέποντας στο ελληνικό Δημόσιο να αντλεί κεφάλαια με ευνοϊκότερους όρους.

Θετική αξιολογείται και η διάρθρωση του χρέους. Η μέση διάρκεια ωρίμανσης παραμένει υψηλή σε σύγκριση με άλλα κράτη-μέλη, ενώ το μεγαλύτερο μέρος του χρέους βρίσκεται στα χέρια επίσημων πιστωτών με χαμηλά επιτόκια. Επιπλέον, το σύνολο σχεδόν των υποχρεώσεων είναι εκφρασμένο σε ευρώ, γεγονός που περιορίζει ουσιαστικά τον συναλλαγματικό κίνδυνο. Η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας από τους βασικούς οίκους αξιολόγησης έχει επίσης ενισχύσει την εμπιστοσύνη των αγορών και έχει συμβάλλει στη μείωση του κόστους δανεισμού.

Οι κίνδυνοι

Ωστόσο, η εικόνα διαφοροποιείται στη μεσοπρόθεσμη προοπτική. Παρότι το βασικό σενάριο της Κομισιόν προβλέπει σταδιακή αποκλιμάκωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, το επίπεδο παραμένει υψηλό. Οι προβολές τοποθετούν το δημόσιο χρέος κοντά στο 124% του ΑΕΠ το 2036, υπό την προϋπόθεση ότι από το 2026 και μετά η χώρα θα διατηρεί διαρθρωτικό πρωτογενές πλεόνασμα της τάξης του 1,8% του ΑΕΠ. Πρόκειται για φιλόδοξη παραδοχή, που προϋποθέτει σταθερή δημοσιονομική πειθαρχία σε βάθος χρόνου.

Παράλληλα, η θετική επίδραση της διαφοράς μεταξύ επιτοκίων και ρυθμού ανάπτυξης -ο λεγόμενος μηχανισμός «snowball»– εκτιμάται ότι θα εξασθενεί σταδιακά, αφαιρώντας ένα σημαντικό στήριγμα από τη δυναμική μείωσης του χρέους. Σύμφωνα με την ανάλυση, εάν η διαφορά επιτοκίων και ανάπτυξης επιδεινωθεί κατά μία ποσοστιαία μονάδα, ο λόγος χρέους θα μπορούσε να διαμορφωθεί έως και 10 μονάδες υψηλότερα από το βασικό σενάριο το 2036. Αντίστοιχα, μια περίοδος χρηματοπιστωτικής έντασης ή χαμηλότερης δημοσιονομικής προσπάθειας θα επιβάρυνε αισθητά τις προοπτικές.
Στο «κάδρο» των βασικών κινδύνων περιλαμβάνονται οι κρατικές εγγυήσεις, τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια -τα οποία, αν και έχουν μειωθεί σημαντικά, εξακολουθούν να υπερβαίνουν τον μέσο όρο της ΕΕ-, καθώς και η αρνητική καθαρή διεθνής επενδυτική θέση της χώρας. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται και σε ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιπτώσεις από εκκρεμείς δικαστικές υποθέσεις κατά του Δημοσίου, αλλά και από έρευνες που αφορούν τη διαχείριση συγχρηματοδοτούμενων αγροτικών προγραμμάτων, συμπεριλαμβανομένου του ΟΠΕΚΕΠΕ.

Σε μακροπρόθεσμο ορίζοντα, πάντως, οι δείκτες βιωσιμότητας εμφανίζονται πιο ενθαρρυντικοί. Με βάση τις σημερινές παραδοχές, δεν απαιτείται πρόσθετη δημοσιονομική προσαρμογή, προκειμένου το χρέος να αποκλιμακωθεί προς το όριο του 60% του ΑΕΠ έως το 2070. Η Κομισιόν, ωστόσο, υπογραμμίζει ότι η διατήρηση της θετικής τροχιάς εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τη συνέχιση της δημοσιονομικής πειθαρχίας και από ένα σταθερό, ευνοϊκό μακροοικονομικό περιβάλλον.

Εφημερίδα Απογευματινή