Σε µια περίοδο κατά την οποία η ευρωπαϊκή αγορά τροφίµων στηρίζεται κυρίως στιςμανατιµήσεις για να διατηρήσει τους τζίρους της, η ελληνική αγορά ακολουθεί διαφορετική πορεία. Το 2025, η ενίσχυση των πωλήσεων στα σουπερµάρκετ στη χώρα µας δεν προήλθε κατά κύριο λόγο από την άνοδο των τιµών, όπως συνέβη για παράδειγµα το 2022 και το 2023, χρονιές έντονου πληθωρισµού, αλλά από την αυξηµένη κινητικότητα των καταναλωτών και τον µεγαλύτερο όγκο αγορών.
Στοιχείο που δείχνει ταυτόχρονα ότι τα σουπερµάρκετ αποτελούν τον βασικό προορισµό αγορών για τους Ελληνες
καταναλωτές, τη στιγµή που για παράδειγµα ο κλάδος των ηλεκτρικών το 2025 έχασε 3% σε τζίρο σε σχέση µε
το 2024, κινούµενος στα 3 δισεκατοµµύρια ευρώ. Αλλά και η εστίαση εκτιµάται ότι κατέγραψε διψήφιο ποσοστό
πτώσης του τζίρου.
Η παραπάνω συνθήκη και η στροφή στα σουπερµάρκετ απορρέει από το γεγονός ότι οι καταναλωτές είναι ιδιαίτερα προσεκτικοί στις αγορές τους, συγκρίνουν τις τιµές και αγοράζουν αγαθά ιδιωτικής ετικέτας τα οποία είναι πιο προσιτά σε σχέση µε τα επώνυµα. Βασική αιτία αποτελεί η συµπίεση του διαθέσιµου εισοδήµατος.
Τα στοιχεία της NielsenIQ δείχνουν ότι οι συνολικές πωλήσεις των αλυσίδων στην Ελλάδα αυξήθηκαν µε ρυθµό άνω
του 7%, αγγίζοντας τα 16,2 δισ. ευρώ. Η δυναµική αυτή τροφοδοτήθηκε κυρίως από τις κατηγορίες καθηµερινής
κατανάλωσης, µε τα φρέσκα προϊόντα να καταγράφουν διψήφιους ρυθµούς ανόδου, ενώ σηµαντική ήταν και
η συµβολή των ειδών bazaar. Η εικόνα αυτή συνεχίστηκε και στις αρχές του 2026, µε την οργανωµένη λιανική να
διατηρεί υψηλούς ρυθµούς ανάπτυξης και τον τζίρο να αυξάνεται κατά 8,6% τον Ιανουάριο σε σχέση µε τον Ιανουάριο του 2025 (σε 1,2 δισεκατοµµύριο τον Ιανουάριο του 2026 από 1,1 δισεκατοµµύριο τον Ιανουάριο του 2025),
επιβεβαιώνοντας ότι η τάση έχει πιο µόνιµα χαρακτηριστικά.
Η απόκλιση από την ευρωπαϊκή πραγµατικότητα γίνεται ακόµη πιο εµφανής αν συγκριθούν οι ρυθµοί αύξησης των
πωλήσεων µε τον πληθωρισµό. Στην Ελλάδα, οι αυξήσεις στον τζίρο κινούνται πολλαπλάσια των µεταβολών στο γενικό επίπεδο τιµών, στοιχείο που καταδεικνύει πραγµατική διεύρυνση της κατανάλωσης.
Αντίθετα, σε πολλές χώρες της Ε.Ε. η άνοδος των εσόδων των αλυσίδων αντανακλά κυρίως τις υψηλότερες τιµές στα ράφια. Παρότι τα προηγούµενα χρόνια, ιδιαίτερα την περίοδο 2022-2023, οι ανατιµήσεις στα βασικά αγαθά υπήρξαν έντονες και στη χώρα µας, η µεταγενέστερη αποκλιµάκωση φαίνεται να επέτρεψε στους καταναλωτές να επανέλθουν σε πιο ενεργή αγοραστική συµπεριφορά, έστω και µε αυξηµένη προσοχή στις επιλογές τους.
Στροφή
Την ίδια στιγµή, τα σουπερµάρκετ αναδείχθηκαν στον βασικό «δέκτη» της καταναλωτικής δαπάνης, σε βάρος
άλλων κλάδων. Το λιανεµπόριο ηλεκτρικών ειδών και η εστίαση παρουσίασαν υποχώρηση, γεγονός που δείχνει
ότι µεγάλο µέρος των διαθέσιµων εισοδηµάτων κατευθύνθηκε πρωτίστως σε είδη πρώτης ανάγκης.
Σε ευρωπαϊκό επίπεδο, σύµφωνα µε τη Savills, ο κλάδος των τροφίµων παραµένει από τους πιο ανθεκτικούς στο λιανεµπόριο, καταγράφοντας καλύτερες επιδόσεις σε σχέση µε τη µόδα και τα διαρκή αγαθά. Ωστόσο, η ανάπτυξη αυτή είναι σε µεγάλο βαθµό «λογιστική», καθώς βασίζεται κυρίως στις αυξήσεις τιµών και λιγότερο στη διεύρυνση της ζήτησης.
Παράλληλα, πολλές αλυσίδες σουπερµάρκετ σε Ελλάδα και Ευρώπη επέλεξαν τα τελευταία χρόνια να απορροφήσουν µέρος του κόστους λειτουργίας, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους τους, προκειµένου να διατηρήσουν ανταγωνιστικές τιµές.
Η στρατηγική αυτή, αν και προστάτευσε προσωρινά τη σχέση µε τους καταναλωτές, αρχίζει πλέον να επηρεάζει τη χρηµατοοικονοµική τους εικόνα ως προς την κερδοφορία. Το γεγονός αυτό οδηγεί σε περαιτέρω συγκέντρωση του κλάδου στους ισχυρότερους παίκτες, µε κινήσεις εξαγορών και συγχωνεύσεων επιχειρήσεων.
Σε αυτό το περιβάλλον αβεβαιότητας, οι καταναλωτές εµφανίζονται πιο συγκρατηµένοι. Συγκρίνουν συστηµατικά τιµές, αναζητούν προσφορές και δείχνουν αυξηµένη ευαισθησία στο κόστος. Η αγοραστική απόφαση δεν βασίζεται µόνο στην τελική τιµή, αλλά και στη συνέπεια, τη διαφάνεια και την αξιοπιστία των αλυσίδων. Παράλληλα, η αγορά αποκτά όλο και πιο έντονα χαρακτηριστικά «διπολισµού». Από τη µία πλευρά ενισχύονται τα οικονοµικά προϊόντα και από την άλλη τα ποιοτικά, υψηλότερης αξίας, ενώ η µεσαία κατηγορία χάνει έδαφος.
Η τάση αυτή αντανακλά διαφορετικές συνθήκες διαβίωσης των νοικοκυριών σε ένα περιβάλλον περιορισµένων περιθωρίων. Και καταδεικνύει ταυτόχρονα το γεγονός ότι οι πολίτες διαχωρίζονται σε δύο εισοδηµατικές κατηγορίες,
οι οποίες κινούνται κατά κύριο λόγο στα άκρα.
Ιδιαίτερη δυναµική παρουσιάζουν και τα προϊόντα ιδιωτικής ετικέτας, τα οποία κερδίζουν σταθερά την εµπιστοσύνη των καταναλωτών. Οι αλυσίδες επενδύουν πλέον σε ολοκληρωµένες σειρές private label, καλύπτοντας όλο το φάσµα από τις χαµηλές έως τις premium κατηγορίες, ενισχύοντας τον έλεγχό τους στην εφοδιαστική αλυσίδα και την τιµολόγηση.
Κυριακάτικη Απογευματινή – Γιώργος Λαμπίρης







