Σε αναταραχή οι διεθνείς αγορές λόγω Μέσης Ανατολής – Πετρέλαιο κοντά στα 120 δολάρια

Οι επενδυτές φοβούνται παρατεταμένη σύγκρουση, ενώ οι G7 εξετάζουν τη χρήση στρατηγικών αποθεμάτων για να περιοριστεί το ενεργειακό σοκ
21:28 - 9 Μαρτίου 2026
Πετρέλαιο

Ισχυρές πιέσεις καταγράφονται στις διεθνείς αγορές καθώς η κλιμάκωση της σύγκρουσης ΗΠΑ και Ισραήλ με το Ιράν εντείνει τους φόβους για μια ευρύτερη περιφερειακή κρίση στη Μέση Ανατολή. Μετοχές και ομόλογα σε Ασία, Ευρώπη και Ηνωμένες Πολιτείες υποχώρησαν, ενώ οι τιμές του πετρελαίου εκτινάχθηκαν κοντά στα 120 δολάρια το βαρέλι, επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από την περίοδο μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία το 2022.

Οι ενεργειακές υποδομές χωρών του Κόλπου βρίσκονται στο επίκεντρο των ανησυχιών, καθώς το Ιράν προχωρά σε αντίποινα μετά τις αεροπορικές επιθέσεις των ΗΠΑ και του Ισραήλ. Το Κουβέιτ, το Μπαχρέιν και το Κατάρ έχουν ήδη διακόψει μέρος της παραγωγής λόγω επιθέσεων με drones και πυραύλους, γεγονός που επιβαρύνει περαιτέρω την παγκόσμια ενεργειακή προσφορά.

Ισχυρό πλήγμα στις ασιατικές και ευρωπαϊκές αγορές

Η άνοδος των τιμών της ενέργειας προκάλεσε έντονες αναταράξεις στα ασιατικά χρηματιστήρια. Ο δείκτης της Νότιας Κορέας υποχώρησε πάνω από 8%, οδηγώντας τις αρχές σε προσωρινή αναστολή της συνεδρίασης, ενώ ο Nikkei στο Τόκιο και ο Asia Dow κατέγραψαν απώλειες άνω του 5% και 4% αντίστοιχα. Η ευαισθησία των ασιατικών οικονομιών στην αγορά ενέργειας είναι ιδιαίτερα υψηλή, καθώς πάνω από το 20% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και φυσικού αερίου που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ κατευθύνεται προς την περιοχή.

Ανάλογη εικόνα καταγράφηκε και στην Ευρώπη, όπου ο πανευρωπαϊκός δείκτης FTSE Eurotop 600 κινήθηκε έντονα πτωτικά, πριν περιορίσει μέρος των απωλειών του προς το τέλος της συνεδρίασης. Την ίδια στιγμή, οι αποδόσεις των κρατικών ομολόγων σημείωσαν σημαντική άνοδο, με το κόστος δανεισμού της Γερμανίας να αγγίζει το υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων 14 ετών.

Φόβοι για νέο κύμα πληθωρισμού

Η άνοδος των τιμών της ενέργειας αναζωπυρώνει τους φόβους για ένα νέο πληθωριστικό σπιράλ στην παγκόσμια οικονομία. Οι επενδυτές αναθεωρούν πλέον τις εκτιμήσεις τους για τη νομισματική πολιτική, θεωρώντας λιγότερο πιθανή μια μείωση επιτοκίων από τη Federal Reserve και την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Αντίθετα, αυξάνονται τα σενάρια για διατήρηση ή ακόμη και περαιτέρω αύξηση του κόστους δανεισμού, σε μια περίοδο όπου οι ενεργειακές τιμές πιέζουν ήδη επιχειρήσεις και νοικοκυριά.

Την ίδια στιγμή, οι μεταφορές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ έχουν καταστεί ιδιαίτερα δύσκολες λόγω των απειλών από τους Φρουρούς της Επανάστασης, γεγονός που οδηγεί αρκετές χώρες παραγωγής, μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σε περιορισμό της παραγωγής.

G7 και Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας εξετάζουν παρέμβαση

Μέσα σε αυτό το κλίμα αβεβαιότητας, οι υπουργοί Οικονομικών των χωρών της G7 πραγματοποίησαν τηλεδιάσκεψη προκειμένου να αξιολογήσουν την κατάσταση στις αγορές ενέργειας. Αν και δεν ελήφθη άμεσα απόφαση, οι χώρες συμφώνησαν να παρακολουθούν στενά τις εξελίξεις και να εξετάσουν όλα τα διαθέσιμα εργαλεία για τη σταθεροποίηση των τιμών.

Στο τραπέζι βρίσκεται το ενδεχόμενο συντονισμένης απελευθέρωσης στρατηγικών αποθεμάτων πετρελαίου, με σενάρια που κάνουν λόγο για διοχέτευση έως και 300-400 εκατομμυρίων βαρελιών στην αγορά. Τα αποθέματα αυτά αποτελούν έναν μηχανισμό ασφάλειας που δημιουργήθηκε μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1974 και έχει ενεργοποιηθεί μόλις λίγες φορές τις τελευταίες δεκαετίες.

Κίνδυνος παρατεταμένης σύγκρουσης

Οι ανησυχίες των αγορών ενισχύονται και από τις πληροφορίες που προέρχονται από την Τεχεράνη, σύμφωνα με τις οποίες οι ιρανικές ένοπλες δυνάμεις θεωρούν ότι μπορούν να συνεχίσουν τις στρατιωτικές επιχειρήσεις για μήνες με την ίδια ένταση. Παράλληλα, οι Φρουροί της Επανάστασης προειδοποιούν ότι ενδέχεται να χρησιμοποιηθούν πιο προηγμένα πυραυλικά συστήματα μεγάλου βεληνεκούς.

Η γεωπολιτική ένταση τροφοδοτεί έτσι τον φόβο για μια παρατεταμένη κρίση που θα μπορούσε να επιβαρύνει σοβαρά την παγκόσμια οικονομία, οδηγώντας σε υψηλότερες τιμές ενέργειας, νέα κύματα ανατιμήσεων και αυξημένη αστάθεια στις διεθνείς αγορές.