Στα πρώτα µέτρα αντιµετώπισης της νέας ενεργειακής κρίσης προχώρησε το οικονοµικό επιτελείο, επιλέγοντας σε αυτή τη φάση παρεµβάσεις χωρίς δηµοσιονοµικό κόστος, ενώ διατηρεί σε ετοιµότητα ένα δεύτερο πακέτο οικονοµικών ενισχύσεων που θα ενεργοποιηθεί εφόσον οι αναταράξεις στις διεθνείς αγορές ενέργειας διατηρηθούν. Τα γνωστά «κουπόνια» στήριξης, όπως τα fuel pass και market pass, παραµένουν προς το παρόν στο συρτάρι, καθώς το οικονοµικό επιτελείο αναµένει να διαπιστώσει αν η άνοδος των τιµών σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο θα αποκτήσει µόνιµα χαρακτηριστικά.
Η κυβέρνηση κινήθηκε γρήγορα, επιχειρώντας να περιορίσει φαινόµενα αισχροκέρδειας στην αγορά. Με Πράξη Νοµοθετικού Περιεχοµένου επανέρχεται το µέτρο του ανώτατου περιθωρίου κέρδους, το οποίο είχε εφαρµοστεί και κατά τη διάρκεια της προηγούµενης ενεργειακής και πληθωριστικής κρίσης. Το πλαφόν θα ισχύει έως τις 30 Ιουνίου 2026 για καύσιµα και βασικά αγαθά, µε πρόβλεψη επανεξέτασης της διάρκειας του µέτρου ανάλογα µε την εξέλιξη των τιµών και της ενεργειακής κατάστασης.
Στον τοµέα των καυσίµων, το ανώτατο περιθώριο κέρδους ορίζεται στα 17 λεπτά του ευρώ ανά λίτρο από το διυλιστήριο έως τον τελικό καταναλωτή. Από αυτά, τα 5 λεπτά αφορούν το στάδιο της χονδρικής πώλησης από τις εταιρείες εµπορίας προς τα πρατήρια, ενώ τα υπόλοιπα 12 λεπτά αντιστοιχούν στη λιανική διάθεση από το πρατήριο προς τον οδηγό.
Στα τρόφιµα
Αντίστοιχα, στα τρόφιµα και στα βασικά είδη νοικοκυριού ως ανώτατο όριο ορίζεται το µέσο περιθώριο κέρδους που ίσχυσε το 2025 για κάθε προϊόν. Η εφαρµογή της διάταξης αυτής θεωρείται ιδιαίτερα απαιτητική, καθώς προϋποθέτει συστηµατική παρακολούθηση της αγοράς και σύγκριση µε τα περσινά δεδοµένα. Τον ρόλο αυτό καλείται να αναλάβει η νέα Ανεξάρτητη Αρχή Εποπτείας της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή, η οποία αποκτά διευρυµένες αρµοδιότητες ελέγχου.
Η κυβέρνηση ενίσχυσε µάλιστα την αποτελεσµατικότητα των ελέγχων δίνοντας στην Αρχή τη δυνατότητα επιβολής αυστηρών κυρώσεων. Τα πρόστιµα µπορούν να φθάσουν έως και τα 5 εκατ. ευρώ, ανάλογα µε το µέγεθος της επιχείρησης και τη βαρύτητα της παράβασης. Σε περίπτωση επανάληψης της ίδιας παρατυπίας, το ποσόν µπορεί να διπλασιαστεί και να αγγίξει ακόµη και τα 10 εκατ. ευρώ.
Με τις κινήσεις αυτές το κυβερνητικό επιτελείο επιδιώκει να προλάβει ένα πιθανό κύµα ανατιµήσεων σε βασικά προϊόντα, αλλά και να απαντήσει στην κριτική περί απουσίας πολιτικής απέναντι σε φαινόµενα υπερβολικών κερδών. Οπως επισηµαίνουν κυβερνητικά στελέχη, στόχος είναι να σταλεί σαφές µήνυµα πως η αγορά θα παρακολουθείται στενά και ότι δεν θα υπάρξει ανοχή σε πρακτικές εκµετάλλευσης της συγκυρίας.
Η ταχύτητα των κυβερνητικών αποφάσεων συνδέεται άµεσα µε την απότοµη άνοδο των τιµών των καυσίµων αλλά και µε τις ενδείξεις αναζωπύρωσης του πληθωρισµού. Σύµφωνα µε στοιχεία του υπουργείου Ανάπτυξης, η τιµή της βενζίνης αυξήθηκε κατά 13 λεπτά µέσα σε µόλις έντεκα ηµέρες, ενώ το πετρέλαιο κίνησης κατέγραψε άνοδο περίπου 30 λεπτών. Παράλληλα, τα τελευταία στοιχεία της ΕΛ.ΣΤΑΤ. έδειξαν τον γενικό πληθωρισµό στο 2,7% και τον πληθωρισµό στα τρόφιµα να φθάνει το 5,2%, παρά το γεγονός ότι η διεθνής τιµή του πετρελαίου βρισκόταν ακόµη κάτω από τα 70 δολάρια το βαρέλι.
Η εικόνα αυτή ενισχύει τους φόβους ότι µια περαιτέρω άνοδος της τιµής του Brent προς τα επίπεδα των 90 ή 100 δολαρίων θα µπορούσε να πυροδοτήσει νέο κύµα ακρίβειας. Για τον λόγο αυτό η κυβέρνηση κρατά σε εφεδρεία µέτρα οικονοµικής στήριξης, τα οποία όµως θα ενεργοποιηθούν µόνο εφόσον η άνοδος των τιµών αποδειχθεί διαρκής. Σύµφωνα µε κυβερνητικές πηγές, καθοριστικό κριτήριο θα είναι αν η τιµή του πετρελαίου παραµείνει για αρκετό διάστηµα πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι και όχι απλώς για µια πρόσκαιρη συνεδρίαση των αγορών.
Μέτρα από την Κοµισιόν
Σηµαντικό ρόλο στις τελικές αποφάσεις θα παίξουν και οι κινήσεις σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Στις Βρυξέλλες εξετάζεται ήδη ένα εναλλακτικό σχέδιο για την περίπτωση που η ενεργειακή κρίση παραταθεί και απαιτηθούν ευρύτερα µέτρα στήριξης της οικονοµίας. Ευρωπαίοι αξιωµατούχοι επεξεργάζονται την ιδέα µιας νέας «ρήτρας διαφυγής» που θα επιτρέπει στα κράτη-µέλη να αυξάνουν προσωρινά τις δαπάνες για την ενέργεια χωρίς να επιβαρύνονται οι δηµοσιονοµικοί τους στόχοι.
Η πρόταση, η οποία βρίσκεται ακόµη σε επίπεδο σχεδιασµού, ακολουθεί τη λογική της ευελιξίας που εφαρµόστηκε πρόσφατα για τις αµυντικές δαπάνες. Με την ενεργοποίησή της, οι κυβερνήσεις θα µπορούν να προχωρούν σε επιδοτήσεις ή φορολογικές ελαφρύνσεις για το ενεργειακό κόστος χωρίς να θεωρείται ότι παραβιάζουν τους κανόνες του Συµφώνου Σταθερότητας.
Η συζήτηση αυτή αναµένεται να ανοίξει επίσηµα στο Eurogroup µόνο εφόσον η αστάθεια στις αγορές ενέργειας επιδεινωθεί και οι πληθωριστικές πιέσεις ενταθούν. Ηδη αρκετοί αναλυτές προειδοποιούν ότι µια πιθανή κλιµάκωση στη Μέση Ανατολή θα µπορούσε να οδηγήσει σε σηµαντική άνοδο του ενεργειακού κόστους, επηρεάζοντας τη βιοµηχανία, τις µεταφορές και τελικά την αγοραστική δύναµη των νοικοκυριών.
Οι νέοι ευρωπαϊκοί δηµοσιονοµικοί κανόνες θέτουν αυστηρά όρια στις πρωτογενείς δαπάνες, γεγονός που περιορίζει την έκταση των παρεµβάσεων που µπορεί να κάνει µια κυβέρνηση χωρίς να παραβιάσει τους στόχους. Ετσι, ακόµη και αν χρειαστεί να δοθούν επιδοτήσεις καυσίµων ή ενισχύσεις στους λογαριασµούς ενέργειας, οι κινήσεις θα πρέπει να είναι προσεκτικά στοχευµένες.
Το «µαξιλάρι»
Στο οικονοµικό επιτελείο υπολογίζεται ότι περίπου 800 έως 900 εκατ. ευρώ παραµένουν διαθέσιµα ως δηµοσιονοµικό «µαξιλάρι». Τα κονδύλια αυτά προορίζονται κυρίως για τις φορολογικές ελαφρύνσεις και τις παροχές που σχεδιάζονται για το 2027, έτος εκλογών, και αναµένεται να παρουσιαστούν στη ∆ιεθνή Εκθεση Θεσσαλονίκης. Αν όµως η ενεργειακή κρίση επιβάλει άµεσα µέτρα στήριξης, µέρος αυτών των πόρων ενδέχεται να κατευθυνθεί προς την αντιµετώπιση της ακρίβειας, περιορίζοντας αντίστοιχα το εύρος των µελλοντικών εξαγγελιών.
Σε νευρική κρίση οι αγορές ενέργειας – Θα αργήσουν να «συνέλθουν», λένε οι αναλυτές
Σε καθεστώς έντονης νευρικότητας κινούνται οι διεθνείς αγορές, µε τις τιµές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου να ανεβοκατεβαίνουν σαν «ασανσέρ» υπό το βάρος κάθε νέας γεωπολιτικής εξέλιξης. Μια δήλωση του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραµπ, ή ένα νέο πλήγµα σε κρίσιµες ενεργειακές υποδοµές αρκεί για να αλλάξει µέσα σε λίγες ώρες το κλίµα στις αγορές. Στις αρχές της εβδοµάδας, οι διαβεβαιώσεις από την Ουάσινγκτον ότι η σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ενδέχεται να οδεύει προς αποκλιµάκωση, σε συνδυασµό µε τα σενάρια για ενισχυµένο έλεγχο της ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορµούζ, οδήγησαν σε υποχώρηση των τιµών του αργού κάτω από τα 90 δολάρια το βαρέλι. Η ανάσα, ωστόσο, αποδείχθηκε προσωρινή.
Τα νέα πλήγµατα σε ενεργειακές εγκαταστάσεις στο Μπαχρέιν, αλλά και η επίθεση σε έξι πλοία στα Στενά, επανέφεραν εκ νέου τη σκιά στις αγορές. Μέσα σε λιγότερο από µία ηµέρα, η τιµή του διεθνούς δείκτη Brent εκτινάχθηκε έως τα 119 δολάρια το βαρέλι, πριν υποχωρήσει βίαια στα 84 δολάρια. Για όσους βρίσκονταν στις αίθουσες συναλλαγών, η κατάσταση έµοιαζε µε αγώνα ταχύτητας χωρίς φρένα. Μέσα σε δευτερόλεπτα, ένα κέρδος µπορούσε να εξαφανιστεί και να µετατραπεί σε βαριά ζηµιά. Το πρωί της Πέµπτης 12 Μαρτίου οι τιµές του πετρελαίου είχαν πάρει και πάλι την ανιούσα, ξεπερνώντας εκ νέου τα 100 δολάρια το βαρέλι.
Σύµφωνα µε τον ∆ιεθνή Οργανισµό Ενέργειας (∆ΟΕ), η σύγκρουση προκαλεί πρωτοφανή αναταραχή στις διεθνείς αγορές πετρελαίου, επηρεάζοντας περίπου το 7,5% της παγκόσµιας προσφοράς και ακόµη µεγαλύτερο µερίδιο των εξαγωγών. «Η διαταραχή στην αγορά ενέργειας δεν αποκαθίσταται από τη µια στιγµή στην άλλη. Ακόµη κι αν οι συγκρούσεις σταµατήσουν άµεσα, η ισορροπία προσφοράς και ζήτησης χρειάζεται χρόνο για να επανέλθει. Και αυτή η πραγµατικότητα αποτυπώνεται στις τιµές», σχολιάζουν αναλυτές στην «Κυριακάτικη Απογευµατινή».
Το εάν θα χρειαστεί πράγµατι να γίνουν πιο δραστικές κινήσεις στα στρατηγικά αποθέµατα πετρελαίου θα κριθεί από τη διάρκεια και το βάθος της γεωπολιτικής κρίσης τις επόµενες εβδοµάδες. Σε επιφυλακή πάντως βρίσκονται και οι G7, αφού οι χώρες δήλωσαν έτοιµες να παρέµβουν στις αγορές εφόσον κριθεί αναγκαίο. Στο τραπέζι έχει πέσει το σενάριο διοχέτευσης έως και 300-400 εκατ. βαρελιών από τα στρατηγικά αποθέµατα των κρατών-µελών του ∆ιεθνούς Οργανισµού Ενέργειας (IEA), ποσότητα που αντιστοιχεί περίπου στο 25%-30% των συνολικών δηµόσιων αποθεµάτων, τα οποία ξεπερνούν τα 1,2 δισ. βαρέλια.
Αναφορικά µε τις τιµές φυσικού αερίου κινήθηκαν πάνω από τα 50 ευρώ ανά µεγαβατώρα, καταγράφοντας άνοδο άνω του 30%. Σύµφωνα µε το Bloomberg, κάθε άνοδος στην τιµή του φυσικού αερίου µεταφράζεται σε σηµαντική οικονοµική επιβάρυνση για την Ευρώπη, µε το πρόσθετο ενεργειακό κόστος να υπολογίζεται σε τουλάχιστον 1,3 δισ. ευρώ.
Εφημερίδα «Κυριακάτικη Απογευματινή»









