Μεγαλύτερες του μέσου πληθωρισμού αναμένονται οι αυξήσεις στις συντάξεις από την 1η Ιανουαρίου 2027, ο υπολογισμός των οποίων θα περιλαμβάνει τον δείκτη μεταβολής των μισθών. Ο νέος τρόπος υπολογισμού έχει μετατεθεί για δύο χρόνια από την αρχική πρόβλεψη του νόμου (2025) και έτσι ο νέος δείκτης θα αυξάνει τις συντάξιμες αποδοχές, βάσει των οποίων υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη από την 1η/1ου/2027 και μετά.
Τι αλλάζει
Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι ο υπολογισμός της ανταποδοτικής σύνταξης και το 2026 γίνεται με βάση την αύξηση που θα έχουν οι συντάξιμες αποδοχές των ασφαλισμένων σε σχέση με τον πληθωρισμό. Αντιθέτως, με τον «δείκτη μισθών» η αύξηση της ανταποδοτικής σύνταξης θα είναι μεγαλύτερη απ’ ό,τι θα ήταν αν διατηρούνταν η τιμαριθμική αναπροσαρμογή των μισθών με έτος αναφοράς το 2002 που λαμβάνεται υπόψη για να υπολογίζεται η ανταποδοτική σύνταξη των ασφαλισμένων.
Η διαφορά υπέρ των ασφαλισμένων προκύπτει από το γεγονός ότι κατά κανόνα οι ονομαστικές αυξήσεις μισθών είναι πάνω από τον πληθωρισμό. Αν ο «δείκτης μισθών» εμφανίσει μέση αύξηση 4,5%, τότε η αύξηση αυτή θα ανεβάσει κατά 4,5% τις συντάξιμες αποδοχές, πιο πάνω απ’ ό,τι θα ανέβαιναν βάσει του πληθωρισμού. Κατά συνέπεια, η ανταποδοτική σύνταξη θα βγει μεγαλύτερη. Αναλυτικά, οι συντάξιμες αποδοχές κάθε είδους (γήρατος, αναπηρίας, θανάτου) με έναρξη καταβολής από 1/1/2026, αναπροσαρμόζονται με βάση τιμαριθμικά ως εξής:
1. Ανώτατο όριο κύριας και επικουρικής σύνταξης. Το συνολικό ακαθάριστο ποσό κάθε μηνιαίας επικουρικής σύνταξης ή περισσότερων της μίας επικουρικών συντάξεων λόγω γήρατος, αναπηρίας ή θανάτου, οι οποίες χορηγούνται από τον e-ΕΦΚΑ και εφόσον μέρος του χρόνου ασφάλισης διανύθηκε ή ανάγεται έως και τις 31/12/2014, ανέρχεται κατ’ ανώτατο όριο στα έξι εικοστά (6/20) του ανώτατου. Το συνολικό ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου, δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού της εθνικής σύνταξης του άρθρου 7 του παρόντος νόμου που αντιστοιχεί σε 20 έτη ασφάλισης. Εάν ο χρόνος ασφάλισης του θανόντος είναι μικρότερος των 20 ετών, το ως άνω ποσό βαίνει μειούμενο κατά 1,25% για κάθε έτος ασφάλισης που υπολείπεται των είκοσι (20) ετών και μέχρι τη συμπλήρωση 15 ετών ασφάλισης. Για χρόνο ασφάλισης μικρότερο των 15 ετών, το ποσό της σύνταξης λόγω θανάτου του επιζώντος ή/και του διαζευγμένου συζύγου δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού των 360 ευρώ.
Επί αναπηρίας που οφείλεται σε εργατικό ατύχημα ή επαγγελματική ασθένεια, το ποσό της σύνταξης δεν μπορεί να υπολείπεται του ποσού που αντιστοιχεί στο διπλάσιο ποσό της εθνικής σύνταξης, για 20 έτη ασφάλισης, δηλαδή στα 893,74 €. Σημειώνεται ότι και για συντάξεις που λαμβάνουν διαφορά κατώτατου ορίου, η αύξηση από 1/1/2026 υπολογίζεται κατ’ αρχήν στο πραγματικό ποσό της σύνταξης (εθνική και ανταποδοτική). Η νέα διαφορά κατώτατου ορίου από 1/1/2026 υπολογίζεται με βάση το ανωτέρω αυξημένο κατώτατο όριο.
2. Με βάση τα ανωτέρω, η βασική σύνταξη του π. ΟΓΑ του ν. 4169/1961, η οποία μέχρι 31/12/2025 ανερχόταν σε 409,13€, από 1/1/2026 αυξάνεται σε 418,95€.
3. Συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη 3ετία καταβολής. Στον επιζώντα σύζυγο καταβάλλεται ολόκληρη η σύνταξη για μία τριετία από την πρώτη του επομένου του θανάτου μήνα. Μετά την πάροδο της τριετίας, αν ο επιζών εργάζεται ή αυτοαπασχολείται ή λαμβάνει σύνταξη από οποιαδήποτε πηγή, καταβάλλεται, αναλόγως της χρονικής διάρκειας της εργασίας ή αυτοαπασχόλησης, το 50% της σύνταξης.
Εάν ο επιζών σύζυγος, κατά την ημερομηνία θανάτου, είναι ανάπηρος σωματικά ή πνευματικά σε ποσοστό 67% και άνω, λαμβάνει ολόκληρη τη σύνταξη, για όσο χρονικό διάστημα διαρκεί η αναπηρία του, ανεξαρτήτως άλλων προϋποθέσεων. Με βάση τα ανωτέρω, και οι συντάξεις λόγω θανάτου μετά την πρώτη τριετία καταβολής, καταλαμβάνονται από την αύξηση των συντάξεων, λαμβάνοντας υπόψη και την αύξηση του κατώτατου ορίου της σύνταξης.
4. Οι συντάξεις των άγαμων ή διαζευγμένων θυγατέρων καταλαμβάνονται από την αύξηση των συντάξεων και μέχρι το ανώτατο όριο, το οποίο δεν μεταβάλλεται και εξακολουθεί να ανέρχεται στο ποσό των 720 €.
Εφημερίδα Απογευματινή










