Εξετάζοντας τις οικονομικές διαστάσεις στη Μέση Ανατολή μπορεί να διαφανεί ποια θα είναι η εξέλιξη της σύγκρουσης, επειδή κάθε χώρα αναγκάζεται να πάρει συγκεκριμένες αποφάσεις εκ των πραγμάτων και ένεκα της γεωγραφικής της θέσης. Η σύγκρουση στο Ιράν δεν αφορά μόνο περιφερειακές ισορροπίες, αλλά εντάσσεται σε έναν μακροχρόνιο ανταγωνισμό ισχύος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών και Κίνας. Η Κίνα, επιδιώκοντας να μειώσει την κυριαρχία του δολαρίου, αξιοποίησε το Ιράν ως πεδίο εφαρμογής μιας εναλλακτικής ενεργειακής και χρηματοοικονομικής στρατηγικής. Μέσω αγορών ιρανικού πετρελαίου σε χαμηλές τιμές και συναλλαγών σε γουάν, επιχείρησε να δημιουργήσει ένα παράλληλο σύστημα εκτός δυτικού χρηματοπιστωτικού πλαισίου. Παράλληλα, συνέβαλε στρατιωτικά, ενισχύοντας το ιρανικό οπλοστάσιο πυραύλων με τεχνολογία και υποδομές.
Από την άλλη πλευρά, οι ΗΠΑ διατηρούν ήδη ισχυρό έλεγχο σε κρίσιμες θαλάσσιες εμπορικές οδούς, όπως η Διώρυγα του Σουέζ, το Στενό της Μαλάκας και η Διώρυγα του Παναμά. Εάν επεκτείνουν την επιρροή τους και στο Στενό του Ορμούζ, θα μπορούν να ελέγχουν τις βασικές ενεργειακές αρτηρίες που τροφοδοτούν την κινεζική οικονομία, ενισχύοντας έτσι τη στρατηγική υπεροχή τους.
Υπάρχει ένας οικονομικός μηχανισμός μετάδοσης της κρίσης στο Στενό του Ορμούζ. Η διακοπή της ροής πετρελαίου μειώνει την προσφορά ενέργειας και οδηγεί σε άνοδο των τιμών, καθώς από το Στενό διέρχεται περίπου το 20% του παγκόσμιου θαλάσσιου εμπορίου πετρελαίου. Η αύξηση του κόστους ενέργειας μεταφέρεται στην παραγωγή και στις μεταφορές, επηρεάζοντας ολόκληρη την εφοδιαστική αλυσίδα. Παράλληλα, ενισχύονται οι πληθωριστικές προσδοκίες, οδηγώντας τις κεντρικές τράπεζες σε αυξήσεις επιτοκίων, γεγονός που επηρεάζει αρνητικά τις χρηματοπιστωτικές αγορές, τις αποτιμήσεις περιουσιακών στοιχείων και τη συνολική οικονομική σταθερότητα.
Σε στρατιωτικό επίπεδο αναδεικνύεται η σύγκρουση δύο διαφορετικών στρατηγικών. Ο συνασπισμός ΗΠΑ – Ισραήλ επιδιώκει γρήγορα αποτελέσματα μέσω στοχευμένων επιθέσεων σε δομές διοίκησης, ενώ το Ιράν ακολουθεί στρατηγική φθοράς, επιδιώκοντας να παρατείνει τη σύγκρουση και να αυξήσει το κόστος για τον αντίπαλο. Το Ιράν έχει αναπτύξει ένα πολυεπίπεδο σύστημα άμυνας, με αποκεντρωμένη διοίκηση, υπόγειες εγκαταστάσεις, χρήση drones και πυραύλων, καθώς και δίκτυα περιφερειακών συμμάχων, με στόχο να διατηρεί την ικανότητα αντίστασης και να αποτρέπει άμεση εισβολή.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο Στενό του Ορμούζ ως εργαλείο οικονομικού πολέμου. Το Ιράν επιδιώκει να δημιουργήσει αστάθεια στις αγορές ενέργειας, μεταφέροντας το κόστος της σύγκρουσης στην παγκόσμια οικονομία και περιορίζοντας τη δυνατότητα κλιμάκωσης από τη Δύση. Παράλληλα, προσπαθεί μέσω διπλωματίας και πληροφόρησης να αποτρέψει τη δημιουργία ευρύτερων συμμαχιών εναντίον του.
Αξιοσημείωτος είναι ο ρόλος της Κίνας, η οποία, υποστηρίζοντας το Ιράν, επιδιώκει να φθείρει τους πόρους των ΗΠΑ χωρίς άμεση εμπλοκή. Η ασυμμετρία κόστους (φθηνοί ιρανικοί πύραυλοι έναντι ακριβών αμερικανικών αναχαιτιστών) επιβαρύνει τις ΗΠΑ, ενώ ταυτόχρονα μειώνει τους διαθέσιμους πόρους εάν χρειαστεί να υπερασπιστεί την Ταϊβάν.
Τελικά, η πραγματική διάσταση του πολέμου δεν είναι στρατιωτική, αλλά οικονομική. Η ανθεκτικότητα ενός κράτους εξαρτάται από την ικανότητά του να διαχειρίζεται πόρους και να αντέχει μακροχρόνιες πιέσεις. Η νίκη δεν κρίνεται μόνο στο πεδίο της μάχης αλλά στη δημοσιονομική βιωσιμότητα. Στο πλαίσιο αυτό, οι ΗΠΑ, λόγω ενεργειακής ανεξαρτησίας, ενδέχεται να αντέξουν καλύτερα ένα πετρελαϊκό σοκ σε σχέση με την Κίνα, γεγονός που καθιστά το Στενό του Ορμούζ κρίσιμο εργαλείο στη διαμόρφωση της μελλοντικής παγκόσμιας ισορροπίας ισχύος.
Οικονομολόγος, αναπληρωτής καθηγητής Πολυτεχνείου Κρήτης, Εργαστήριο Επιστημονικών Δεδομένων
Κυριακάτικη Απογευματινή











