Η κρίση και η αβεβαιότητα που δημιουργεί ο πόλεμος στη Μέση Ανατολή «τρώνε» το μεγάλο περιθώριο αύξησης (πιο κοντά στον στόχο των 950 ευρώ για το 2027) που σχεδίαζε ήδη από φέτος η κυβέρνηση για τον κατώτατο μισθό, με αποτέλεσμα η υπουργός Εργασίας να αναμένεται ότι θα εισηγηθεί σήμερα στο υπουργικό συμβούλιο αυξήσεις της τάξης του 4%-4,5%.
Έως 4,5% για 575.000 ιδιωτικούς και 600.000 δημοσίους υπαλλήλους. Κλαδικές συμβάσεις και τριετίες οδηγούν σε υψηλότερες αποδοχές
Σύμφωνα με τις τελευταίες πληροφορίες, η εισήγηση της υπουργού Εργασίας, Νίκης Κεραμέως, αναμένεται να «κλειδώσει» τον κατώτατο μισθό κοντά στα 915-920 ευρώ μεικτά από 880 ευρώ σήμερα. Πρόκειται για αύξηση της τάξης των 35-40 ευρώ μηνιαίως, που θεωρείται πλέον το επικρατέστερο σενάριο. Αν και παραμένει στο τραπέζι και μια ελαφρώς υψηλότερη εκδοχή, κοντά στα 930 ευρώ, οι πιθανότητες υλοποίησής της έχουν περιοριστεί αισθητά τις τελευταίες εβδομάδες.
Κλαδικές συμβάσεις
Η κυβέρνηση εκτιμά ότι με το πρόσφατο θεσμικό πλαίσιο για τις κλαδικές συμβάσεις ανοίγει η πόρτα για ακόμη μεγαλύτερες αυξήσεις, οι οποίες θα βελτιώνονται περαιτέρω με την κατάργηση της μνημονιακής διάταξης για το «πάγωμα» των τριετιών που αυξάνουν τους μισθούς κατά επιπλέον 10%-30%. Ο βασικός λόγος αυτής της αναδίπλωσης εντοπίζεται στις γεωπολιτικές εξελίξεις και στην άνοδο των τιμών ενέργειας, στις πιέσεις στο κόστος μεταφορών και στην αβεβαιότητα ως προς την πορεία του πληθωρισμού.
1.362,66 ευρώ ο μέσος μισθός για το 2025 (αθροιστική αύξηση 30,3% από το 2019)
Αρχικά στο κυβερνητικό επιτελείο εξετάζονταν σενάρια που θα οδηγούσαν τον κατώτατο μισθό πιο κοντά στον στόχο των 950 ευρώ ήδη από το 2026, έναν χρόνο νωρίτερα από τις κυβερνητικές δεσμεύσεις. Ωστόσο, η επιδείνωση του εξωτερικού περιβάλλοντος και ο κίνδυνος αναζωπύρωσης του πληθωρισμού οδήγησαν σε επαναξιολόγηση της στρατηγικής. Το βασικό ζητούμενο πλέον είναι η ισορροπία: ενίσχυση του εισοδήματος των χαμηλόμισθων, χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων και χωρίς να δημιουργηθεί ένας νέος κύκλος ανατιμήσεων.
Η αύξηση του κατώτατου μισθού αφορά άμεσα περίπου 575.000 εργαζόμενους στον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή σχεδόν έναν στους τέσσερις μισθωτούς. Παράλληλα, έχει έμμεσο αντίκτυπο και στο Δημόσιο, όπου ο κατώτατος λειτουργεί ως βάση για τον εισαγωγικό μισθό. Εκτιμάται ότι περίπου 600.000 δημόσιοι υπάλληλοι θα δουν αύξηση της τάξης των 40 ευρώ μηνιαίως, με διαφοροποιήσεις ανάλογα με τα μισθολογικά κλιμάκια.
Σημείο σύγκλισης
Η διαδικασία διαβούλευσης που προηγήθηκε κατέδειξε σαφή τάση υπέρ μιας συγκρατημένης αύξησης. Οι περισσότερες εισηγήσεις επιστημονικών φορέων και οικονομικών οργανισμών κινούνται σε εύρος από 2,5% έως 5%, με το 4%-4,5% να αποτελεί σημείο σύγκλισης. Το ποσοστό αυτό θεωρείται ότι επιτρέπει την ενίσχυση της αγοραστικής δύναμης χωρίς να δημιουργεί έντονες πληθωριστικές πιέσεις.
Ενδεικτικές είναι οι προτάσεις βασικών φορέων. Το ΙΟΒΕ εισηγείται αύξηση μεταξύ 2,5% και 3,5%, τονίζοντας ότι ο κατώτατος μισθός δεν πρέπει να λειτουργεί ως μοχλός γενικευμένων αυξήσεων σε όλη την οικονομία. Η Τράπεζα της Ελλάδος εκτιμά ότι αύξηση έως 4% είναι συμβατή με τη διατήρηση της ανταγωνιστικότητας, επισημαίνοντας παράλληλα τον κίνδυνο «διάχυσης» των αυξήσεων στον μέσο μισθό. Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις της, κάθε 1% αύξησης στον κατώτατο μεταφράζεται σε περίπου 0,55% αύξηση στον μέσο μισθό.
63,5% των μισθωτών λαμβάνει μηνιαίες αποδοχές πάνω από 1.000 ευρώ
Από την πλευρά του, το ΚΕΠΕ τοποθετεί την αύξηση σε εύρος 3,5% έως 5%, αλλά προειδοποιεί ότι υψηλότερα ποσοστά ενδέχεται να αυξήσουν το μοναδιαίο κόστος εργασίας, ιδιαίτερα για τις μικρές επιχειρήσεις. Στο ίδιο μήκος κύματος κινείται και το ΙΝΣΕΤΕ, λαμβάνοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες του τουριστικού τομέα, όπου το μισθολογικό κόστος αποτελεί κρίσιμο παράγοντα ανταγωνιστικότητας.
Οι εργοδοτικοί φορείς, όπως η ΓΣΕΒΕΕ, η ΕΣΕΕ και ο ΣΒΕ, εμφανίζονται θετικοί σε μια αύξηση, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευτεί από μέτρα μείωσης του μη μισθολογικού κόστους όπως ασφαλιστικές εισφορές. Αντίθετα, η ΓΣΕΕ επιμένει σε σημαντικά υψηλότερη αύξηση, προτείνοντας κατώτατο μισθό στα 1.052 ευρώ, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου στο 60% του διάμεσου μισθού.
Εργάνη
Επιπλέον, η αύξηση στον κατώτατο μισθό εμμέσως συμπαρασύρει προς τα πάνω και τον μέσο μισθό. Τα τελευταία στοιχεία της ετήσιας έκθεσης του μηχανογραφικού συστήματος ΕΡΓΑΝΗ προσδιορίζουν τον μέσο μισθό πλήρους και μερικής απασχόλησης στα 1.362,66 ευρώ από τα 1.342 ευρώ το 2024, ενώ εφόσον συγκριθεί με το 2019, η αύξηση φθάνει στο 30,3% (1.362,66 ευρώ έναντι 1.046 ευρώ).
Ωστόσο, το ένα τρίτο των μισθωτών εξακολουθεί να αμείβεται με ιδιαίτερα χαμηλές αμοιβές κάτω των 1.000 ευρώ, ενώ 63,5% λαμβάνει υψηλότερο μισθό. Όμως σε σύγκριση με το 2024 υπάρχει σαφής βελτίωση, καθώς τότε πάνω από 1.000 ευρώ λάμβανε το 53,7%. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η κατάταξη των μισθωτών αναλόγως του ύψους των αμοιβών τους, καθώς η καταγραφή δείχνει ότι σχεδόν ένας στους τέσσερις μισθωτούς (24,29%) αμείβεται σήμερα με μισθό από 1.001 έως 1.200 ευρώ. Πρόκειται για την κατηγορία με τους περισσότερους εργαζόμενους.
Εφημερίδα Απογευματινή







