Έσοδα 10 δις. ευρώ μόνο από το κοίτασμα ανοιχτά της Κέρκυρας

Το κράτος διατηρεί μερίδιο 38%-40% στα κέρδη από την αξιοποίηση του φυσικού αερίου – Αυτάρκεια και από τις μεγάλες επενδύσεις στις ΑΠΕ
09:19 - 17 Ιουνίου 2026
υδρογονάνθρακες

Ενεργειακή αυτονομία και ακόμη πιο υψηλά δημόσια έσοδα είναι οι δύο στόχοι της κυβέρνησης μέσα από την επιτάχυνση των προγραμμάτων έρευνας και αξιοποίησης κοιτασμάτων υδρογονανθράκων στη χώρα μας. Το μήνυμα αυτό εξέπεμψε χθες ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, τονίζοντας ότι η Ελλάδα βρίσκεται πλέον στο κατώφλι μιας νέας εποχής, κατά την οποία θα μεγιστοποιηθεί το στίγμα της στον διεθνή ενεργειακό χάρτη μέσα από τις αισιόδοξες προοπτικές αποκάλυψης σημαντικών κοιτασμάτων φυσικού αερίου, ταυτόχρονα με τις μεγάλες επενδύσεις στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας.

Με το ρολόι να μετρά αντίστροφα για την πρώτη ερευνητική γεώτρηση αξιοποίησης κοιτασμάτων φυσικού αερίου τον Φεβρουάριο του 2027, ο Έλληνας υπουργός Ενέργειας εκτίμησε ότι μόνο από το κοίτασμα στην περιοχή «Ασωπός» βορειοδυτικά της Κέρκυρας, όπου τον χειμώνα θα μπουν τα γεωτρύπανα της κοινοπραξίας ExxonMobil-Energean και HELLENiQ ENERGY, η χώρα μας θα μπορούσε να έχει δυνητικά έσοδα 10 δισ. ευρώ, εφόσον η αναζήτηση αερίου αποδειχθεί επιτυχής και με δεδομένο ότι το κράτος διατηρεί μερίδιο 38%-40% στα κέρδη μέσω φόρων, δικαιωμάτων και άλλων εισφορών.

Και αυτό είναι απλώς ένα μέρος από τα δυνητικά απολήψιμα αποθέματα που ενδεχομένως «κρύβει» ο ελληνικός βυθός, καθώς οι εκτιμήσεις ανεβάζουν σε τουλάχιστον 270 δισ. κυβικά μέτρα αερίου τον υπόγειο θησαυρό υδρογονανθράκων που θα ερευνηθεί προς εξόρυξη τα επόμενα χρόνια. Ένα τέτοιο μέγεθος κοιτασμάτων, εφόσον αποδειχθεί, είναι ικανό να καταστήσει την Ελλάδα ισχυρό εξαγωγικό παίκτη της περιοχής, δεδομένου ότι οι ετήσιες ανάγκες κατανάλωσης στην εγχώρια αγορά ανέρχονται σε περίπου 6 δισ. κυβικά μέτρα ετησίως.

Μιλώντας στο ΕΡΤNews λίγες ημέρες αφότου επέστρεψε από τις ΗΠΑ και αμέσως μετά τη συμφωνία εισόδου της Chevron ως μεγαλομέτοχος στο δεύτερο πιο ώριμο κοίτασμα για έρευνες (Κυπαρισσιακός), ο Στ. Παπασταύρου υπογράμμισε ότι το αυξανόμενο ενδιαφέρον μεγάλων ενεργειακών κολοσσών για τις ελληνικές θαλάσσιες περιοχές δεν αποτελεί συγκυριακό φαινόμενο, αλλά ένδειξη μιας βαθύτερης αναγνώρισης των γεωλογικών προοπτικών της χώρας. Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στη Chevron, η οποία επεκτείνει τη δραστηριότητά της σε συνολικά πέντε «οικόπεδα» στην Ελλάδα, κίνηση που -όπως σημείωσε- ενισχύει την εκτίμηση ότι οι ελληνικές θάλασσες διαθέτουν ουσιαστικές πιθανότητες εντοπισμού εμπορεύσιμων κοιτασμάτων.

Η παρουσία τέτοιου βεληνεκούς διεθνών εταιρειών, σύμφωνα με τον Στ. Παπασταύρου, λειτουργεί ως έμπρακτη ψήφος εμπιστοσύνης, όχι μόνο προς το γεωλογικό δυναμικό, αλλά και προς το θεσμικό και επενδυτικό περιβάλλον της χώρας. Παράλληλα, τόνισε ότι η έρευνα και εκμετάλλευση υδρογονανθράκων απαιτεί υψηλά κεφάλαια, εξειδικευμένη τεχνογνωσία και αυστηρές περιβαλλοντικές προδιαγραφές, στοιχεία που μπορούν να διασφαλιστούν μόνο μέσω συνεργασιών με κορυφαίους διεθνείς παίκτες. Το κόστος μιας ερευνητικής γεώτρησης εκτιμάται περίπου στα 80.000.000 ευρώ, ενώ σε περίπτωση επιβεβαίωσης αξιοποιήσιμου κοιτάσματος, το επενδυτικό αποτύπωμα μπορεί να εκτοξευθεί στα 3-4 δισ. ευρώ για την πλήρη ανάπτυξη και παραγωγή. Σε αυτό το σενάριο, η ελληνική οικονομία θα εισέλθει σε μια εντελώς νέα φάση ενεργειακών επενδύσεων μεγάλης κλίμακας.

Ρεάλ πολιτίκ

Αναφερόμενος στο «ισοζύγιο» υδρογονανθράκων και ΑΠΕ, ο κ. Παπασταύρου έθεσε στο επίκεντρο τη στρατηγική του «ενεργειακού ρεαλισμού», υπογραμμίζοντας ότι η Ελλάδα οφείλει να αξιοποιήσει όλα τα διαθέσιμα εργαλεία: ΑΠΕ, φυσικό αέριο και εγχώριους πόρους, στο πλαίσιο ενός ισορροπημένου ενεργειακού μείγματος. Η πρόοδος στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας είναι ήδη εντυπωσιακή, με την εγκατεστημένη ισχύ να έχει σχεδόν τριπλασιαστεί από το 2019, φτάνοντας τα 18 GW. Ωστόσο, το κρίσιμο στοίχημα της αποθήκευσης παραμένει ανοικτό, με την κυβέρνηση να δρομολογεί σημαντική ενίσχυση έως το 2027.

Η ενεργειακή στρατηγική της Ελλάδας συνδέεται πλέον άμεσα με τον γεωπολιτικό της ρόλο στην Ανατολική Μεσόγειο. Η συνεργασία με χώρες, όπως η Κύπρος, το Ισραήλ και η Αίγυπτος δημιουργεί έναν νέο άξονα ενεργειακής σταθερότητας, ενώ η παρουσία διεθνών εταιρειών λειτουργεί ως παράγοντας εμπιστοσύνης και ασφάλειας.

Εφημερίδα Απογευματινή