Τη στρατηγική σημασία των ερευνών υδρογονανθράκων για την οικονομική και ενεργειακή προοπτική της χώρας ανέδειξε ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρος Παπασταύρου, παρουσιάζοντας το χρονοδιάγραμμα των επόμενων ερευνητικών κινήσεων και τις προοπτικές αξιοποίησης πιθανών κοιτασμάτων φυσικού αερίου.
Όπως ανακοίνωσε, η πρώτη ερευνητική γεώτρηση στην Ελλάδα έπειτα από σχεδόν τέσσερις δεκαετίες προγραμματίζεται να πραγματοποιηθεί μεταξύ 14 και 24 Φεβρουαρίου 2027 στο Block 2 του Βορειοδυτικού Ιονίου από την κοινοπραξία ExxonMobil, Energean και HELLENiQ ENERGY. Η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων αναμένεται να ολοκληρωθεί περίπου δύο μήνες αργότερα, με την άνοιξη του 2027 να θεωρείται καθοριστική για τη λήψη αποφάσεων σχετικά με την εμπορική αξιοποίηση του κοιτάσματος.
Ο υπουργός εμφανίστηκε αισιόδοξος για τον ερευνητικό στόχο «Ασωπός», επισημαίνοντας ότι τα διαθέσιμα γεωλογικά δεδομένα και οι μέχρι σήμερα εκτιμήσεις κρίνονται ιδιαίτερα ενθαρρυντικά. Σύμφωνα με τις προβλέψεις, το πιθανό κοίτασμα θα μπορούσε να περιέχει έως και 270 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα φυσικού αερίου, ποσότητα πολλαπλάσια των ετήσιων αναγκών της χώρας, οι οποίες κυμαίνονται μεταξύ 6 και 7 δισ. κυβικών μέτρων.
Παρά το γεγονός ότι η πιθανότητα επιτυχίας της γεώτρησης υπολογίζεται στο 16%, ο κ. Παπασταύρου σημείωσε ότι το ποσοστό θεωρείται ικανοποιητικό για τα δεδομένα της διεθνούς πετρελαϊκής βιομηχανίας. Υπογράμμισε μάλιστα ότι από ένα μόνο επιτυχημένο οικόπεδο τα δημόσια έσοδα θα μπορούσαν να φθάσουν ακόμη και τα 10 δισεκατομμύρια ευρώ, ενισχύοντας σημαντικά τα κρατικά ταμεία και την οικονομία.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε στην παρουσία μεγάλων ενεργειακών κολοσσών στην Ελλάδα, τονίζοντας ότι η συμμετοχή της ExxonMobil και της Chevron αποτελεί ψήφο εμπιστοσύνης στις προοπτικές της χώρας. Όπως ανέφερε, η Chevron διεύρυνε πρόσφατα τη δραστηριότητά της συμμετέχοντας σε νέα παραχώρηση στο Νότιο Ιόνιο μαζί με τη HELLENiQ ENERGY, ενώ στις περιοχές νότια της Κρήτης συνεχίζονται οι σεισμικές έρευνες, που βρίσκονται ακόμη σε αρχικό στάδιο.
Ο υπουργός σημείωσε ότι τα διαφορετικά ερευνητικά οικόπεδα βρίσκονται σε διαφορετικές φάσεις ωρίμανσης, γεγονός που δημιουργεί μια σταδιακή αναπτυξιακή πορεία για τον ελληνικό τομέα υδρογονανθράκων και επιτρέπει τον σχεδιασμό νέων γεωτρήσεων τα επόμενα χρόνια.
Ψηφιακές πολεοδομίες
Αναφερόμενος στις πολεοδομικές υπηρεσίες, ο κ. Παπασταύρου υποστήριξε την ανάγκη μιας βαθιάς μεταρρύθμισης με πλήρη ψηφιοποίηση των διαδικασιών.
«Χρειάζεται ένα gov.gr για τις πολεοδομίες», ανέφερε χαρακτηριστικά, εξηγώντας ότι η δημιουργία ενός ενιαίου ψηφιακού αρχείου θα περιορίσει τις καθυστερήσεις, τις ασάφειες και τα φαινόμενα διαφθοράς που συνδέονται με την ανθρώπινη παρέμβαση στις διαδικασίες αδειοδότησης.
Αποκλιμάκωση στη Μέση Ανατολή και ενεργειακές επιπτώσεις
Σχολιάζοντας τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή μετά τη συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν, ο υπουργός διαπίστωσε τα πρώτα σημάδια αποκλιμάκωσης της κρίσης, υπογραμμίζοντας ωστόσο ότι η πραγματική δοκιμασία θα είναι η εφαρμογή των συμφωνηθέντων στην πράξη.
Όπως εξήγησε, η σταδιακή εξομάλυνση των γεωπολιτικών συνθηκών αναμένεται να επηρεάσει θετικά τις διεθνείς αγορές ενέργειας τους επόμενους μήνες. Παράλληλα, διαβεβαίωσε ότι η ελληνική οικονομία διαθέτει τα απαραίτητα δημοσιονομικά εργαλεία για να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις σε περίπτωση νέων αναταράξεων.
Καθοριστικός ο ρόλος των ΑΠΕ και της αποθήκευσης
Ο κ. Παπασταύρου τόνισε ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας αποτελούν πλέον βασικό πυλώνα του ελληνικού ενεργειακού συστήματος, καθώς η συμμετοχή τους στην ηλεκτροπαραγωγή ξεπερνά το 50%.
Σύμφωνα με τον ίδιο, η υψηλή διείσδυση αιολικών και φωτοβολταϊκών μονάδων συνέβαλε καθοριστικά στον περιορισμό των πιέσεων στις τιμές του ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ επισήμανε ότι η Ελλάδα καταγράφει σήμερα από τις χαμηλότερες χονδρεμπορικές τιμές ηλεκτρικής ενέργειας στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε και στην ανάπτυξη συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας. Όπως ανέφερε, μέχρι τον Μάρτιο δεν υπήρχε καμία εγκατεστημένη μπαταρία στο ηλεκτρικό σύστημα της χώρας, ενώ σήμερα η ισχύς πλησιάζει τα 200 MW. Ο στόχος είναι να φθάσει στα 700-800 MW έως το τέλος του 2026 και να ξεπεράσει το 1,2 GW έως το τέλος του 2027.
Κλείνοντας, ο υπουργός εμφανίστηκε αισιόδοξος για την επάρκεια του ηλεκτρικού συστήματος κατά τη θερινή περίοδο, υπογραμμίζοντας ότι η στενή συνεργασία με τον ΑΔΜΗΕ και τον ΔΕΔΔΗΕ, σε συνδυασμό με τις επενδύσεις στα δίκτυα μεταφοράς και διανομής, αποτελεί βασική προϋπόθεση για την επιτυχή συνέχιση της ενεργειακής μετάβασης της χώρας.









