Για ενοίκιο το 64% του μέσου μισθού στην Αθήνα

Στις 10 ευρωπαϊκές πόλεις με τη μεγαλύτερη στεγαστική επιβάρυνση η ελληνική πρωτεύουσα
10:02 - 22 Αυγούστου 2026
Εκτοξεύουν τα φοιτητικά ενοίκια οι ανακαινίσεις

Σε μία από τις ακριβότερες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες σε σχέση με τα εισοδήματα των κατοίκων της εξελίσσεται η Αθήνα, καθώς το κόστος στέγασης απορροφά πλέον δυσανάλογα μεγάλο μέρος του μηνιαίου μισθού. Σύμφωνα με τα διαθέσιμα συγκριτικά στοιχεία που παρουσιάζει δημοσίευμα των «Financial Times», το ενοίκιο για ένα διαμέρισμα ενός υπνοδωματίου στο κέντρο της ελληνικής πρωτεύουσας αντιστοιχεί περίπου στο 64% του μέσου εισοδήματος, τοποθετώντας την Αθήνα στην όγδοη θέση μεταξύ των ευρωπαϊκών πόλεων με τη μεγαλύτερη επιβάρυνση από το στεγαστικό κόστος.

Η εικόνα αποτυπώνει με τον πλέον χαρακτηριστικό τρόπο το πρόβλημα προσιτής στέγης, το οποίο δεν αφορά πλέον μόνο τα χαμηλότερα εισοδήματα. Η άνοδος των ενοικίων τα τελευταία χρόνια, σε συνδυασμό με τη σαφώς βραδύτερη ενίσχυση των αποδοχών, έχει περιορίσει σημαντικά το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών. Μάλιστα, νεότερα δεδομένα της Numbeo για τον Ιούλιο του 2026 τοποθετούν το μέσο ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο της Αθήνας περίπου στα 644 ευρώ, έναντι μέσου καθαρού μηνιαίου μισθού περίπου 1.158 ευρώ, επιβεβαιώνοντας τη μεγάλη πίεση που εξακολουθεί να ασκεί η κατοικία στα εισοδήματα.

Η Αθήνα, πάντως, δεν αποτελεί εξαίρεση. Η στεγαστική κρίση έχει λάβει ευρωπαϊκές διαστάσεις, με τις μεγαλύτερες πιέσεις να εντοπίζονται κυρίως στις πόλεις της Νότιας Ευρώπης. Στην κορυφή της σχετικής κατάταξης βρίσκεται η Λισαβόνα, όπου το ενοίκιο ενός διαμερίσματος ενός υπνοδωματίου στο κέντρο αντιστοιχεί περίπου στο 113% του μέσου εισοδήματος. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας εργαζόμενος με μέσο μισθό δεν μπορεί να καλύψει μόνος του το κόστος μιας τέτοιας κατοικίας ακόμη και αν διαθέσει ολόκληρο το μηνιαίο εισόδημά του.

Ακολουθεί το Λονδίνο με περίπου 88%, ενώ σε Βαρκελώνη και Μαδρίτη το αντίστοιχο ποσοστό κινείται γύρω στο 75%. Στο Μιλάνο φτάνει περίπου στο 73%, στη Ρώμη στο 69% και στο Δουβλίνο στο 66%. Αμέσως μετά βρίσκεται η Αθήνα με 64%, ενώ τη δεκάδα συμπληρώνουν η Βαρσοβία με 59% και η Πράγα με 56%.

Σταθερή άνοδος

Στο σύνολο της Αθήνας, σύμφωνα με τα πρόσφατα στοιχεία της «Χρυσής Ευκαιρίας», το μέσο ζητούμενο ενοίκιο για κατοικίες έως 80 τ.μ. διαμορφώθηκε στα 12,70 ευρώ ανά τ.μ., αυξημένο κατά 5,6% σε σχέση με το δεύτερο τρίμηνο του 2025. Στα ακίνητα επιφάνειας από 81 έως 120 τ.μ. η μέση τιμή έφτασε τα 10,82 ευρώ/τ.μ., καταγράφοντας άνοδο 4,9%, ενώ στις μεγαλύτερες κατοικίες διαμορφώθηκε στα 12,83 ευρώ/τ.μ., με αύξηση 3,7%.

Την κορυφή εξακολουθούν να καταλαμβάνουν τα νότια προάστια, όπου η περιορισμένη διαθεσιμότητα ποιοτικών κατοικιών και η ισχυρή ζήτηση από υψηλότερα εισοδηματικά στρώματα διατηρούν τις τιμές σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα:

– Στη Βούλα, τα διαμερίσματα έως 80 τ.μ. προσφέρονται κατά μέσο όρο προς 19,49 ευρώ/τ.μ., ενώ για κατοικίες 81-120 τ.μ. η μέση ζητούμενη τιμή φτάνει τα 18,12 ευρώ/τ.μ. και για τα μεγαλύτερα σπίτια τα 17,83 ευρώ/τ.μ..

– Ιδιαίτερη είναι η περίπτωση του Ελληνικού, όπου η μεγάλη ανάπλαση επηρεάζει πλέον ευρύτερα την τοπική κτηματαγορά. Στις κατοικίες άνω των 121 τ.μ., το μέσο ζητούμενο ενοίκιο αυξήθηκε κατά 32,2%, φτάνοντας τα 20,77 ευρώ/τ.μ., μία από τις υψηλότερες τιμές που καταγράφονται στην ελληνική αγορά κατοικίας.

– Στη Γλυφάδα, οι τιμές κυμαίνονται από 16,97 ευρώ/τ.μ. για τα μικρότερα διαμερίσματα έως 18,57 ευρώ/τ.μ. για τις μεγαλύτερες κατοικίες. Στην Κηφισιά, τα μικρά σπίτια φτάνουν τα 15,68 ευρώ/τ.μ., ενώ για τις κατοικίες μεσαίας επιφάνειας η μέση τιμή βρίσκεται στα 13,22 ευρώ/τ.μ., έχοντας αυξηθεί κατά 12,6% σε ετήσια βάση.

Εφημερίδα Απογευματινή