Σε αναζήτηση συναινέσεων κινείται το Μέγαρο Μαξίμου με διπλή στόχευση. Θα αφορά, βεβαίως, την προώθηση σημαντικών μεταρρυθμιστικών πρωτοβουλιών. Ταυτόχρονα όμως, έχοντας στραμμένο το βλέμμα στις κάλπες του ’27 και θέλοντας, με σημαία τη συνεννόηση των πολιτικών δυνάμεων, να βάλει δύσκολα στην αντιπολίτευση και κυρίως στο ΠΑΣΟΚ, το οποίο παραμένει ο βασικός αντίπαλος. Κι αυτό καθώς βλέπει -βάσει ποιοτικών παραμέτρων των δημοσκοπήσεων- πως όσο οι αντιπολιτεύσεις επιλέγουν την τυφλή αντιπαράθεση και την καταγγελία γενικώς και επί παντός, όχι μόνο δεν αποκομίζουν κέρδη, αλλά αντιθέτως διαπιστώνουν πως τα ποσοστά τους πέφτουν. Το παραδέχθηκε, άλλωστε, πρόσφατα ο Νίκος Ανδρουλάκης αναφερόμενος στην υποχώρηση την οποία καταγράφει το κόμμα του. Πρόκειται εντέλει για διαπίστωση που αποτυπώνεται σχεδόν σε όλες τις τελευταίες δημοσκοπήσεις και δεν περνά απαρατήρητη από τα πολιτικά γραφεία και φυσικά από τα κυβερνητικά. Τη συγκεκριμένη συμπεριφορά των εκλογέων την είδαμε και στην περίπτωση των αγροτικών κινητοποιήσεων και των μπλόκων, εκεί όπου σύμπασα η αντιπολίτευση επένδυσε, για την ακρίβεια έπαιξε τα ρέστα της, ώστε να πλήξει το κυβερνών κόμμα, πιστεύοντας πως θα αποκομίσει κέρδη. Κάτι που δεν έγινε. Η ΝΔ διατήρησε τη δυναμική της και σε ορισμένες μετρήσεις την αύξησε οριακά, αντίθετα με τα υπόλοιπα κόμματα τα οποία συνεχίζουν τις χαμηλές πτήσεις κινούμενα σε μικρά ή μικρομεσαία μεγέθη. Ανίσχυρα πρακτικά να αποτελέσουν φόβητρο για τη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη.
Η κυβέρνηση, συνεπώς, ψάχνει 200 ψήφους για επιστολική ψήφο/τριεδρική περιφέρεια αποδήμων και ακολούθως αναζητεί πεδία συνεννόησης για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, τη συνταγματική αναθεώρηση, το νέο λύκειο-εθνικό απολυτήριο, με τέσσερις τουλάχιστον σχετικές πρωτοβουλίες να λαμβάνονται μέσα στη χρονιά που διανύουμε.
Η επιστολική ψήφος θα εφαρμοστεί στις βουλευτικές εκλογές μόνο για τους εκλογείς που βρίσκονται εκτός Ελλάδας, αξιοποιώντας την εμπειρία των ευρωεκλογών του ’24. Θα εξαρτηθεί, ωστόσο, από την εξασφάλιση πλειοψηφίας 2/3, δηλαδή 200 βουλευτών, για να τεθεί σε ισχύ στις εκλογές του ’27. Αν η πλειοψηφία δεν επιτευχθεί, θα διατηρηθεί η τρέχουσα διαδικασία ψηφοφορίας με φυσική παρουσία. Το ερώτημα, λοιπόν, είναι τι θα πράξουν τα κόμματα απέναντι στο διαχρονικό αίτημα της Ομογένειας. Το ΠΑΣΟΚ για την ώρα κρατά στάση αναμονής και, όπως δήλωσε ο γραμματέας του κόμματος, Ανδρέας Σπυρόπουλος, περιμένει να δει το ακριβές περιεχόμενο του νομοσχεδίου.
Όσον αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση, απαιτείται η συναίνεση 180 βουλευτών σε αυτήν τη Βουλή, και για την τελική επικύρωση από την επόμενη Βουλή αρκεί η απόλυτη πλειοψηφία των 151 βουλευτών. Θα αφορά το ζήτημα της αλλαγής του άρθρου 16 για τη λειτουργία μη κρατικών πανεπιστημίων και βέβαια το άρθρο 86 περί ευθύνης υπουργών, το οποίο αποτελεί αίτημα όχι μόνο μεγάλου μέρους του πολιτικού συστήματος αλλά του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας. Καθώς επίσης τη συνταγματική πρόβλεψη της αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων, που επίσης συνιστά καθολικό αίτημα, και ενδεχομένως την αλλαγή του άρθρου 103 με στόχο την άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο. Ως προς το τελευταίο πρέπει να θεωρείται από τώρα βέβαιο πως θα υπάρξουν σκληρές αντιπαραθέσεις, όπως και αναφορικά με το άρθρο 16.
Η καθιέρωση εθνικού απολυτηρίου θεωρείται από την κυβέρνηση ως μία από τις κεντρικές μεταρρυθμίσεις που πρέπει να γίνουν για την αναβάθμιση της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης, σε ευθυγράμμιση με τα ευρωπαϊκά πρότυπα. Σχετικά με τον πρωτογενή τομέα, τα κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν ήδη καταγγείλει την πρωθυπουργική πρόταση για τη σύσταση διακομματικής αποδίδοντας προσχηματικότητα στην κυβέρνηση και καταθέτοντας τις δικές τους προτάσεις.
Εφημερίδα Απογευματινή









