Στην Άγκυρα η συνάντηση Μητσοτάκη – Ερντογάν έως τα μέσα Φεβρουαρίου

Κλείδωσε το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας – Χαμηλές προσδοκίες για τα «βαριά» ζητήματα κυριαρχίας
11:09 - 30 Ιανουαρίου 2026

Οριστική θεωρείται πλέον η πραγματοποίηση του Ανώτατου Συμβουλίου Συνεργασίας Ελλάδας–Τουρκίας, το οποίο θα διεξαχθεί στην Άγκυρα, με τη συμμετοχή του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη και του προέδρου της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, η συνάντηση των δύο ηγετών αναμένεται να πραγματοποιηθεί έως τα μέσα Φεβρουαρίου, πριν την έναρξη του Ραμαζανιού, γεγονός που επιβάλλει στενά χρονικά περιθώρια.

Όπως επισημαίνεται, Αθήνα και Άγκυρα συγκλίνουν στη θέση ότι τα ζητήματα που αφορούν τις διμερείς σχέσεις πρέπει να αντιμετωπίζονται σε απευθείας επίπεδο, χωρίς μεσολαβήσεις, στο πλαίσιο μιας προσπάθειας διατήρησης της σταθερότητας στην περιοχή. Σε ένα διεθνές περιβάλλον αυξημένης γεωπολιτικής αβεβαιότητας, η ελληνική πλευρά θεωρεί κρίσιμη τη διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας, ώστε να αποφεύγονται αιφνίδιες εντάσεις και κρίσεις.

Διπλωματικοί κύκλοι υπογραμμίζουν ότι, παρά το γεγονός πως δεν έχει σημειωθεί ουσιαστική σύγκλιση στα βασικά ζητήματα, έχει επιτευχθεί ένας βασικός στόχος: η αποκλιμάκωση εντάσεων και η αποφυγή περιστατικών που στο παρελθόν οδηγούσαν σε σοβαρές κρίσεις στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται, «είναι εύκολο να αντιληφθεί κανείς πόσο επιβαρυμένο θα ήταν το σκηνικό, εάν οι διμερείς σχέσεις είχαν πλήρως διαρραγεί σε αυτή τη συγκυρία».

Παράλληλα, η Αθήνα προσέρχεται στο Ανώτατο Συμβούλιο με ρεαλιστικές προσδοκίες. Όπως ξεκαθαρίζεται, δεν υφίστανται οι προϋποθέσεις για το λεγόμενο “μεγάλο βήμα”, καθώς παραμένουν αγεφύρωτες οι διαφορές στα θέματα υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Η ελληνική θέση παραμένει σαφής και αμετακίνητη: τα ζητήματα κυριαρχίας δεν αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης, ενώ απουσιάζει κοινό έδαφος ακόμη και ως προς το εύρος των θαλάσσιων ζωνών.

Το Ανώτατο Συμβούλιο Συνεργασίας αποκτά έτσι χαρακτήρα διαχείρισης σχέσεων και όχι επίλυσης διαφορών, με στόχο τη διατήρηση της ηρεμίας, τη συνέχιση του διαλόγου και την αποτροπή νέων εστιών έντασης σε μια κρίσιμη γεωπολιτική περίοδο.