Με τηλεοπτικό διάγγελμα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης ανακοίνωσε την εκκίνηση της διαδικασίας για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, ανοίγοντας επίσημα έναν εθνικό διάλογο για αλλαγές που, όπως τόνισε, αφορούν συνολικά τη δημόσια ζωή και άμεσα τον κάθε πολίτη. Ο πρωθυπουργός έθεσε το πολιτικό και θεσμικό πλαίσιο μιας πρωτοβουλίας που φιλοδοξεί να υπερβεί κομματικές γραμμές και να απαντήσει στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής.
Στο μήνυμά του, υπογράμμισε ότι το Σύνταγμα του 1975 υπήρξε θεμέλιο πολιτικής σταθερότητας επί μισό αιώνα, παραμένοντας ένα «ζωντανό κείμενο», το οποίο όμως φέρει το αποτύπωμα του 20ού αιώνα. Όπως σημείωσε, η συγκυρία επιβάλλει μεγάλες τομές, ικανές να ενισχύσουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, λαμβάνοντας υπόψη νέες πραγματικότητες όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση.
Ο πρωθυπουργός ανακοίνωσε ότι, ως πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, επέλεξε να προηγηθεί η εσωκομματική διαβούλευση, απευθύνοντας επιστολή στους βουλευτές της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, προκειμένου οι θέσεις τους να ενσωματωθούν στην τελική εισήγηση που θα παρουσιαστεί τον Μάρτιο. Παράλληλα, ξεκαθάρισε ότι η αναθεώρηση δεν είναι υπόθεση ενός κόμματος, αλλά συλλογικό στοίχημα για τη χώρα.
Κεντρικό σημείο της παρέμβασής του αποτέλεσε η αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη υπουργών, την οποία χαρακτήρισε διαχρονική του θέση. Ο κ. Μητσοτάκης τάχθηκε υπέρ της ενισχυμένης συμμετοχής τακτικών δικαστών στις σχετικές υποθέσεις, συνδέοντας την αλλαγή αυτή με τη συνολική μάχη κατά του «βαθέος κράτους» και την ανάγκη για μια δημόσια διοίκηση αποτελεσματική και φιλική προς τον πολίτη, με επίκεντρο τη διαρκή αξιολόγηση.
Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, επαναλαμβάνοντας τη στήριξή του στην ίδρυση μη κρατικών πανεπιστημίων, ως άρση ενός αναχρονιστικού μονοπωλίου. Παράλληλα, πρότεινε τη θωράκιση του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας μέσω μίας και μόνο εξαετούς θητείας, καθώς και την ουσιαστικότερη συμμετοχή των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, ενισχύοντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης.
Στο οικονομικό πεδίο, ο πρωθυπουργός έθεσε ως αναγκαία προϋπόθεση της αναθεώρησης τη θεσμοθέτηση δικλίδων μόνιμης δημοσιονομικής ισορροπίας, ώστε να διασφαλίζεται η συνεπής κυβερνητική δράση και η αξιοπιστία των πολιτικών δεσμεύσεων. Όπως υπογράμμισε, στόχος είναι να αποτραπεί οριστικά η επιστροφή σε λαϊκιστικές πρακτικές, που στο παρελθόν οδήγησαν τη χώρα σε οδυνηρές συνέπειες.
Κλείνοντας, ο Κυριάκος Μητσοτάκης απηύθυνε κάλεσμα ευθύνης σε κόμματα και πολίτες, ζητώντας έναν εποικοδομητικό προβληματισμό με προτάσεις ουσίας και αναζήτηση ευρύτερων συναινέσεων. Τόνισε ότι το ίδιο το Σύνταγμα επιβάλλει τη συνεργασία για την επίτευξη μεγάλων αλλαγών και εξέφρασε την προσδοκία η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης να λειτουργήσει ως αντίβαρο στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική αντιπαράθεση, ανοίγοντας τον δρόμο για μια σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία.
Το διάγγελμα του Πρωθυπουργού
«Σήμερα ανοίγουμε τον διάλογο για τη Συνταγματική Αναθεώρηση, κάνοντας πράξη μία ακόμη θεσμική μας δέσμευση. Ως Πρόεδρος της Νέας Δημοκρατίας, θέλησα να έχω πρώτα τις απόψεις της Κοινοβουλευτικής μας Ομάδας. Έτσι, απευθύνομαι με επιστολή μου στα μέλη της, ώστε οι θέσεις τους να ενσωματωθούν στην τελική μας εισήγηση μέσα στον Μάρτιο. Πρόκειται, άλλωστε, για ένα ζήτημα το οποίο αφορά συνολικά τη δημόσια ζωή, αλλά, τελικά, και τον κάθε πολίτη ξεχωριστά.
Είναι αλήθεια ότι επί 50 χρόνια το Σύνταγμα του 1975 εξασφάλισε ομαλότητα και πολιτική σταθερότητα. Είναι ένα κείμενο «ζωντανό». Δεν παύει, ωστόσο, να ανήκει στον 20ό αιώνα. Συνεπώς, είναι καιρός να τολμήσουμε μεγάλες τομές, που θα ενισχύουν το κύρος των θεσμών και την εμπιστοσύνη των πολιτών, εισάγοντας ρυθμίσεις για την καλύτερη λειτουργία του πολιτεύματος απέναντι στις μεγάλες προκλήσεις της εποχής και συμβαδίζοντας με νέα δεδομένα, όπως η τεχνητή νοημοσύνη και η κλιματική κρίση.
Είναι γνωστό ότι πιστεύω βαθιά στην αποφασιστικότερη συμμετοχή τακτικών δικαστών σε υποθέσεις τυχόν ποινικής ευθύνης Υπουργών ενώ αυτοί ασκούν τα καθήκοντά τους. Την αλλαγή του άρθρου 86, άλλωστε, την υπερασπίζομαι εδώ και 20 χρόνια. Το ίδιο σαφής είναι και η προσήλωσή μου στη μάχη με το «βαθύ κράτος». Γιατί μία δημόσια διοίκηση φιλική και αποτελεσματική πρέπει, πλέον, να έχει ως κινητήρια δύναμη τη διαρκή αξιολόγηση και να θέσει την έννοια της μονιμότητας σε μία εντελώς νέα βάση.
Έχω στηρίξει, επίσης, την άρση του αναχρονιστικού μονοπωλίου στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, με την ίδρυση και μη κρατικών πανεπιστημίων. Όπως και την προστασία του θεσμού του Προέδρου της Δημοκρατίας, με την καθιέρωση μίας και μόνο εξαετούς θητείας. Ενώ έχω εισηγηθεί και τη μεγαλύτερη, πιο ουσιαστική συμμετοχή των ίδιων των δικαστών στην επιλογή της ηγεσίας των ανώτατων δικαστηρίων, μία πρόσθετη θωράκιση της ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης.
Επαναλαμβάνω ότι πρόθεσή μας είναι μία γενναία, μία τολμηρή Συνταγματική Αναθεώρηση, που θα απαντά στις ανάγκες των εξελίξεων. Γι’ αυτό θα πρέπει, οπωσδήποτε, να προβλέπει και δικλίδες οι οποίες θα εγγυώνται τη μόνιμη δημοσιονομική ισορροπία, τη συνεπή κυβερνητική δράση αλλά και την ορθότητα των κομματικών υποσχέσεων, ώστε η χώρα να μην διολισθήσει ποτέ ξανά στα επικίνδυνα μονοπάτια του λαϊκισμού. Αυτά που κρύβουν τις ολέθριες συνέπειες που προκαλούν. Κάτι που, δυστυχώς, έχουμε πληρώσει ακριβά.
Μοιράζομαι λοιπόν μαζί σας αυτές τις πρώτες σκέψεις, καλώντας κόμματα και πολίτες σε έναν εποικοδομητικό προβληματισμό. Με θετικές προτάσεις και αίσθηση της κοινής ευθύνης απέναντι στην πατρίδα και στο μέλλον. Ένα αίτημα της ίδιας της κοινωνίας, που αναζητά ευρύτερες συναινέσεις. Με επιχειρήματα ουσίας πέρα από κομματικές σκοπιμότητες και στόχο μία σύγχρονη ευρωπαϊκή δημοκρατία. Ένα δυναμικό βήμα προόδου που πρέπει αλλά και μπορούμε να κάνουμε όλοι μαζί.
Εξάλλου, το ίδιο το Σύνταγμα μας επιβάλλει να αναζητήσουμε συναινέσεις αν θέλουμε πραγματικά να πετύχουμε τις μεγάλες αλλαγές που χρειάζεται ο καταστατικός μας χάρτης.
Εύχομαι η διαδικασία της Συνταγματικής Αναθεώρησης να αποτελέσει μια απάντηση στην τοξικότητα και τη στείρα κομματική περιχαράκωση που διακρίνει το πολιτικό μας σύστημα.»











