Με αφορμή το διάγγελμα του πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη για την αναθεώρηση του Συντάγματος, ο Ευάγγελος Βενιζέλος παρενέβη δημόσια, τονίζοντας ότι η ουσία δεν είναι πρωτίστως συνταγματική. Σύμφωνα με τον πρώην υπουργό, η κρίση αξιοπιστίας των θεσμών, η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου και οι προϋποθέσεις συναίνεσης είναι τα καθοριστικά ζητήματα που πρέπει να αντιμετωπιστούν πριν ξεκινήσει οποιαδήποτε διαδικασία αναθεώρησης.
Απαιτείται ουσιαστική πολιτική συναίνεση
Ο Βενιζέλος σημειώνει ότι για να είναι έγκυρη και ουσιαστική η αναθεώρηση του Συντάγματος, απαιτείται η συγκρότηση αυξημένης αναθεωρητικής πλειοψηφίας τριών πέμπτων του συνόλου των βουλευτών, βασισμένη σε εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων. Η τρέχουσα Βουλή, υποστηρίζει, δεν μπορεί να επιτύχει τις αναγκαίες συναινέσεις καθώς δεν διαθέτει την ειδική πλειοψηφία για τον διορισμό μελών ανεξάρτητων αρχών και παράλληλα διεξάγονται δίκες και εξεταστικές διαδικασίες που καθιστούν τη συγκρότηση συναίνεσης δύσκολη.
Όρια και διεθνές πλαίσιο
Ο πρώην υπουργός επισημαίνει ότι οποιαδήποτε συζήτηση για αναθεώρηση πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα όρια που θέτουν η εθνική, η διεθνής και η ενωσιακή έννομη τάξη, καθώς και οι μηχανισμοί διεθνούς δικαστικού ελέγχου. Μόνο όταν υπάρξει πλήρης κατανόηση αυτών των παραμέτρων, υπογραμμίζει, μπορεί να προχωρήσει σοβαρά μια συζήτηση για μια πραγματικά εθνική και συναινετική αναθεώρηση του Συντάγματος.
Ολόκληρη η δήλωση
«Πρώτον, ο σεβασμός του Συντάγματος προηγείται της αναθεώρησής του, αυτή είναι η αρχή που πρέπει να διαπερνά όλες μας τις αντιδράσεις σε σχέση με την αναθεώρηση του Συντάγματος. Το πρόβλημα της χώρας δεν είναι συνταγματικό, είναι η βαθιά κρίση αξιοπιστίας των θεσμών και η διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης χωρίς αυτό να έχει αποκατασταθεί μετά την οικονομική κρίση και τη λεγόμενη επιστροφή στην κανονικότητα.
Η αναθεώρηση του Συντάγματος καθίσταται συνεπώς ζήτημα τεχνικό και κοινωνικά αδιάφορο, αν δεν υπάρξει ένα πειστικό και ευρείας αποδοχής νέο αφήγημα εθνικής συνοχής και κοινωνικής συμπερίληψης.
Δεύτερον, το Σύνταγμα απαιτεί προκειμένου να αναθεωρηθεί να διαμορφώνεται ειλικρινής και ουσιαστική αναθεωρητική συναίνεση και να συγκροτείται αυξημένη αναθεωρητική πλειοψηφία τριών πέμπτων του όλου αριθμού των βουλευτών (180/300), θεμελιωμένη στην εμπιστοσύνη μεταξύ των πολιτικών δυνάμεων.
Η παρούσα Βουλή που δεν μπορεί να επιλέξει τα μέλη των ανεξάρτητων αρχών με την ειδική πλειοψηφία που απαιτεί το Σύνταγμα, δύσκολα μπορεί να επιτύχει τις αναγκαίες αναθεωρητικές συναινέσεις ενώ διεξάγεται η αποκαλυπτική δίκη των υποκλοπών στο Μονομελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών και ενώ λειτουργεί, όπως λειτουργεί, η εξεταστική επιτροπή για τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το δε βασικό ερώτημα για την επόμενη Βουλή είναι αν μπορεί να αναδείξει κυβέρνηση πριν επιληφθεί της αναθεώρησης. Πρέπει η χώρα να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο.
Τρίτον, προκειμένου να συζητήσουμε σοβαρά για την αναθεώρηση του Συντάγματος τώρα, πλέον πρέπει να έχουμε πλήρη αίσθηση των ορίων που θέτει η πολλαπλότητα των έννομων τάξεων (εθνική, διεθνής, ενωσιακή) και η ύπαρξη μηχανισμών διεθνούς δικαστικού ελέγχου ακόμη και του ίδιου του εθνικού Συντάγματος και των αλλαγών που επιφέρει η αναθεώρησή του.
Μόλις συνεννοηθούμε σε αυτά μπορούμε να προχωρήσουμε με σοβαρότητα σε μια πραγματικά εθνική και συναινετική συζήτηση περί αναθεώρησης».






