Το μαύρο κουτί της ΓΣΕΕ και η ληξιαρχική πράξη θανάτου

Για όσους υπηρέτησαν θεσμικά τον ευαίσθητο χώρο της κοινωνικής ασφάλισης, η εικόνα αυτή προκαλεί ιδιαίτερη θλίψη αλλά ταυτόχρονα γεννά μια επιτακτική ανάγκη για ριζική αναθεώρηση
10:17 - 7 Φεβρουαρίου 2026
Το μαύρο κουτί της ΓΣΕΕ

Του Νικολάου Ευ. Μουρούτσου,
Δικηγόρου παρ’ Αρείω Πάγω

Η δέσμευση των λογαριασμών της ηγεσίας της ΓΣΕΕ δεν αποτελεί απλώς μία ακόμα είδηση στις αστυνομικές στήλες ή μια πρόσκαιρη δικαστική εμπλοκή. Είναι η ληξιαρχική πράξη θανάτου ενός ολόκληρου μοντέλου εξουσίας, που ανήκει οριστικά στο χθες.

Για όσους υπηρέτησαν θεσμικά τον ευαίσθητο χώρο της κοινωνικής ασφάλισης, η εικόνα αυτή προκαλεί ιδιαίτερη θλίψη αλλά ταυτόχρονα γεννά μια επιτακτική ανάγκη για ριζική αναθεώρηση. Αντιλαμβανόμενοι τις απαιτήσεις του εθνικού στόχου για την «Ελλάδα 2030» οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι η στιγμή της κάθαρσης δεν είναι μια απλή πολιτική επιλογή αλλά μια εθνική επιταγή επιβίωσης.

Η χώρα δεν μπορεί να οικοδομηθεί πάνω σε ασφαλιστικές στρεβλώσεις, εικονικές διευθετήσεις και ισόβιες συνδικαλιστικές θητείες, που θυμίζουν άλλες εποχές. Το συνδικαλιστικό κίνημα αντί να αποτελεί μοχλό ανάπτυξης, κινδυνεύει να μετατραπεί σε ένα κλειστό σύστημα διαχείρισης πόρων χωρίς καμία απολύτως λογοδοσία προς τη βάση του.

Το διακύβευμα της στιγμής υπερβαίνει την απλή απόδοση ευθυνών σε συγκεκριμένα πρόσωπα. Αφορά την επιβολή μιας νέας τάξης και διαφάνειας μέσω γενναίων τομών.

Πρώτον, τη θεσμοθέτηση ανώτατου ορίου δύο θητειών. Είναι αδιανόητο στην Ελλάδα του 2030 να υπάρχουν «ισόβιοι» ηγέτες στις τριτοβάθμιες οργανώσεις, οι οποίοι αποκόπτονται από την πραγματική παραγωγή. Η ανανέωση των προσώπων είναι η μόνη εγγύηση για την αξιοπιστία του θεσμού.

Δεύτερον, την πλήρη ψηφιακή ιχνηλασιμότητα. Κάθε ευρώ από τον μόχθο των ασφαλισμένων πρέπει να καταγράφεται και να ελέγχεται σε πραγματικό χρόνο μέσω κεντρικών συστημάτων. Το «μαύρο χρήμα» και οι αδιαφανείς διαδρομές δεν έχουν θέση σε μια σύγχρονη, ψηφιοποιημένη οικονομία.

Τρίτον, την αυστηρή εποπτεία και την άμεση αναστολή της χρηματοδότησης. Η πολιτεία οφείλει να επιδείξει γρήγορα ανακλαστικά. Κάθε φορέας του οποίου η ηγεσία βρίσκεται υπό δικαστικό έλεγχο για ζητήματα διαφάνειας, πρέπει να βλέπει την κρατική χρηματοδότηση να αναστέλλεται μέχρι την πλήρη διαλεύκανση της υπόθεσης. Αυτή η θεσμική θωράκιση δεν αποτελεί παρέμβαση στην αυτονομία του συνδικαλισμού αλλά προστασία του δημόσιου συμφέροντος.

Σε αυτήν την πορεία πρέπει να επαναπροσδιοριστεί και ο ρόλος του υπουργού Εργασίας. Μακριά από το μοντέλο του απλού διαχειριστή κρίσεων ή του γραφειοκράτη διαιτητή, ο υπουργός οφείλει να λειτουργεί ως ο αρχιτέκτονας αυτού του μετασχηματισμού. Πρέπει να είναι ο πολιτικός επιταχυντής, που δεν περιμένει τις ισορροπίες να ωριμάσουν αλλά τις επιβάλλει με το κύρος της μεταρρύθμισης και τον ρεαλισμό που απαιτείται. Να σπάει τα στεγανά του υπουργικού γραφείου και να μεταφέρει το κέντρο βάρους στην ίδια την εργασία επιβάλλοντας τη διαφάνεια ως όρο ύπαρξης. Εν τέλει ο υπουργός να είναι ο εγγυητής της αξιοπρέπειας του εργαζόμενου δρώντας με την ταχύτητα μιας σύγχρονης Δημοκρατίας.

Η άρνηση της πραγματικότητας οδηγεί αναπόφευκτα στην κατάρρευση. Η κάθαρση ξεκινά από την παραδοχή ότι το χάος τελείωσε. Το όραμα για την «Ελλάδα 2030» απαιτεί θεσμούς, που εμπνέουν εμπιστοσύνη. Η επιλογή είναι σαφής: ή προχωράμε στον πλήρη εκσυγχρονισμό ή επιτρέπουμε στην απαξίωση να μας κρατά δέσμιους στη σκιά του χθες.

Εφημερίδα Απογευματινή