Αντίστροφα µετρά πλέον ο χρόνος, προκειµένου να ξεκινήσει η διαδικασία για την αναθεώρηση του Συντάγµατος, µε τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη να γνωστοποιεί πως θα ξεκινήσει η σχετική διαδικασία. Η «Κυριακάτικη Απογευµατινή», µε φόντο την πρόταση του πρωθυπουργού, γυρίζει τον χρόνο πίσω και θυµάται µέσα από το ιστορικό της αρχείο τις αναθεωρήσεις του 1986 και του 2001, αλλά και την ψήφιση του πρώτου µεταπολιτευτικού Συντάγµατος το 1975.
Σύνταγµα 1975. Στις 24 Ιουλίου η δηµοκρατία επανήλθε στη χώρα που τη γέννησε, µε τον «Εθνάρχη» Κωνσταντίνο Καραµανλή να αναλαµβάνει τις τύχες της χώρας που είχε «τραυµατιστεί» από την επταετή δικτατορία. Μία από τις πρώτες κινήσεις του Καραµανλή ήταν να προχωρήσει η έκδοση της συντακτικής πράξης που αφορούσε την αποκατάσταση της δηµοκρατικής νοµιµότητας και ρύθµισης θεµάτων του δηµόσιου βίου, µέχρι του οριστικού καθορισµού του πολιτεύµατος και της κατάρτισης του νέου
Συντάγµατος της χώρας. Ετσι λοιπόν η κυβέρνηση επανέφερε το Σύνταγµα του
1952, εξαιρώντας όµως το άρθρο 1 αυτού, δηλαδή τις διατάξεις περί της µορφής του πολιτεύµατος. Στις 17 Νοεµβρίου 1974 έγιναν οι πρώτες εκλογές της Μεταπολίτευσης, στις οποίες η Νέα ∆ηµοκρατία θριάµβευσε µε το 54,37% των ψήφων και σχηµάτισε κυβέρνηση, ενώ λίγες εβδοµάδες αργότερα διεξήχθη το δηµοψήφισµα του 1974, µε το οποίο αποφασίστηκε η εγκαθίδρυση στην Ελλάδα της αβασίλευτης δηµοκρατίας.
Στις 7 Ιανουαρίου 1975 η κυβέρνηση κατέθεσε στη Βουλή τις προτάσεις της για
το νέο Σύνταγµα και την επόµενη µέρα η Ε’ Αναθεωρητική Βουλή άρχισε και επίσηµα το συντακτικό της έργο, εκλέγοντας κοινοβουλευτική επιτροπή σύνταξης του Συντάγµατος µε πρόεδρο τον Κωνσταντίνο Τσάτσο. Το νέο Σύνταγµα της Ελλάδας ψηφίστηκε στις 7 Ιουνίου 1975 (άρχισε να ισχύει από τις 11 Ιουνίου 1975) και µε αυτό καθιερώθηκε ως πολίτευµα η προεδρευοµένη κοινοβουλευτική δηµοκρατία.
Το νέο Σύνταγµα ψηφίστηκε από τους βουλευτές της Ν.∆., ενώ η Ενωση Κέντρου – Νέες ∆υνάµεις, το ΠΑΣΟΚ και η Ενωµένη Αριστερά απείχαν από τη διαδικασία της ψηφοφορίας, χαρακτηρίζοντας το νέο Σύνταγµα αντιδηµοκρατικό και αυταρχικό. Λίγες µέρες αργότερα ο Κωνσταντίνος Τσάτσος εξελέγη Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας, διαδεχόµενος τον προσωρινό πρόεδρο Μιχαήλ Στασινόπουλο. «Νέα κυβέρνηση και Πρόεδρος εντός µηνός» ήταν ο κεντρικός τίτλος της «Απογευµατινής» την εποµένη της εφαρµογής του νέου Συντάγµατος, ενώ στο αναλυτικό της ρεπορτάζ παρουσίαζε τη δήλωση του «Εθνάρχη», µε βάση την οποία η Ελλάδα απέκτησε Σύνταγµα ελληνικό και όχι αποµίµηση ξένων.
Αξίζει να σηµειωθεί ότι ένα από τα σηµεία τριβής του νέου Συντάγµατος ήταν
ότι τόσο ο Κωνσταντίνος Καραµανλής όσο και η κυβέρνηση ήθελαν το αξίωµα του/της Πρόεδρου της ∆ηµοκρατίας να συνοδεύεται από αυξηµένες αρµοδιότητες. Ασκήθηκε έντονη κριτική από την αντιπολίτευση και οι αυξηµένες αυτές αρµοδιότητες αποκλήθηκαν «υπερεξουσίες του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας». Ενα ακόµα θέµα που προκάλεσε αντιδράσεις ήταν το µέτρο της διοικητικής εκτόπισης (εξορίας), που προβλεπόταν από το Σύνταγµα του 1952. Εν τέλει, µε το Σύνταγµα του 1975, και ύστερα
από τις αντιδράσεις της αντιπολίτευσης, προστέθηκε η υποχρέωση, προκειµένου
να µπορεί να επιβληθεί ένα τέτοιο µέτρο, να έχει προηγηθεί δικαστική απόφαση.
Το Σύνταγµα του 1975 περιλαµβάνει 120 άρθρα, οργανωµένα σε τέσσερα µέρη: «Βασικές διατάξεις», «Ατοµικά και κοινωνικά δικαιώµατα», «Οργάνωση και
λειτουργίες της Πολιτείας» και «Ειδικές, µεταβατικές και τελικές διατάξεις».
Αναθεώρηση 1986. Εντεκα χρόνια αργότερα έγινε η πρώτη αναθεώρηση του
Συντάγµατος υπό το πρίσµα της «συγκατοίκησης» του «Εθνάρχη» στην Προεδρία και του Ανδρέα Παπανδρέου στην πρωθυπουργία. Το ερώτηµα ήταν ποιος
θα έχει τη λεγόµενη «πρωτοκαθεδρία».
Η διαδικασία της αναθεώρησης ξεκίνησε µε την απόφαση Παπανδρέου να µην
προτείνει για δεύτερη θητεία τον Καραµανλή και ολοκληρώθηκε µε την ψήφισή της τον Μάρτιο του 1986. Τότε αναθεωρήθηκαν 11 άρθρα και αφαιρούνταν οι «υπερεξουσίες» του Προέδρου της ∆ηµοκρατίας. Ακόµη ψηφίστηκε η µεταφορά του κειµένου του Συντάγµατος στη δηµοτική. Μεταξύ άλλων αφαιρέθηκαν από τον Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας οι αρµοδιότητες που αφορούσαν:
- Τη διάλυση της Βουλής, εφόσον διαπίστωνε «δυσαρµονία» µε το λαϊκό αίσθηµα.
- Την παροχή εντολής σχηµατισµού κυβέρνησης σε οποιοδήποτε πρόσωπο, ακόµα και εκτός Βουλής, εφόσον δεν υπήρχε αυτοδύναµη κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Ο Πρόεδρος της ∆ηµοκρατίας οφείλει να αναθέτει διερευνητική εντολή σχηµατισµού κυβέρνησης κατά σειρά, µέχρι και στο τρίτο σε κοινοβουλευτική δύναµη κόµµα και µόνο σε περίπτωση αποτυχίας µπορεί να αναθέσει σε πρόεδρο ενός εκ των τριών Ανωτάτων ∆ικαστηρίων της χώρας την εντολή σχηµατισµού κυβέρνησης ευρύτατης αποδοχής για τη διενέργεια εκλογών.
- Την προκήρυξη µε Προεδρικό ∆ιάταγµα δηµοψηφίσµατος για κρίσιµα εθνικά θέµατα. ∆ηµοψήφισµα µπορεί να γίνει µε πρόταση της κυβέρνησης και απόφαση της Βουλής.
- Τη δυνατότητα να απευθύνει µόνος του διαγγέλµατα προς τον λαό. Πλέον πρέπει να τα προσυπογράφει ο πρωθυπουργός.
- Την έκδοση χωρίς την υπογραφή του αρµόδιου υπουργού οργανωτικών διαταγµάτων για τη διάρθρωση των δηµόσιων υπηρεσιών. Οµως µε βάση την αναθεώρηση του 1986 ο Πτ∆ µπορεί να αναπέµπει στη Βουλή ψηφισµένα νοµοσχέδια, να εκδίδει Πράξη Νοµοθετικού Περιεχοµένου (ΠΝΠ) ύστερα από πρόταση του υπουργικού συµβουλίου και µε πρόταση της κυβέρνησης να κηρύττει τη χώρα σε κατάσταση πολιορκίας όχι µόνο σε περίπτωση εξωτερικών κινδύνων, αλλά και εξαιτίας εσωτερικών λόγων.
Το ΠΑΣΟΚ δεν δέχθηκε καµία από τις τροπολογίες που αφορούσαν τη συνταγµατική καθιέρωση της απλής αναλογικής, τη διεύρυνση των ατοµικών δικαιωµάτων (για την απεργία και το συνεταιρίζεσθαι των δηµόσιων υπαλλήλων), την ανεξαρτησία της χώρας, την ανεξαρτησία της ∆ικαιοσύνης από την κυβέρνηση και τα προνόµια των εφοπλιστών. Ετσι στην ψηφοφορία το ΚΚΕ Εσωτερικού αποχώρησε, ενώ το ΚΚΕ
ψήφισε «παρών» στο σύνολο της πρότασης και υπερψήφισε ορισµένα από
τα άρθρα µε τα οποία συµφωνούσε. Για «ήττα Σαρτζετάκη» και επικράτηση του
Ανδρέα Παπανδρέου µιλούσε τότε η «Α».
Αναθεώρηση 2001. Η επόµενη αναθεώρηση έγινε το 2001, µε το ΠΑΣΟΚ να
έχει εισηγητή τον Ευάγγελο Βενιζέλο και η Ν.∆. τον µετέπειτα Πρόεδρο της ∆ηµοκρατίας Προκόπη Παυλόπουλο. Είναι η µόνη αναθεώρηση στην οποία µπορεί
να θεωρηθεί ότι υπήρξε συναίνεση -τουλάχιστον ανάµεσα στη Ν.∆. και το ΠΑΣΟΚ, που στις εκλογές του 2000 είχαν εκλέξει 268 βουλευτές. Μάλιστα η αναθεωρητική διαδικασία ανακοινώθηκε παράλληλα µε την αναστολή της δίωξης κατά του Κωνσταντίνου Μητσοτάκη και υπουργών της κυβέρνησής του, που σηµατοδοτούσε ότι έκλεινε ο κύκλος της οξύτητας ανάµεσα σε Ν.∆. και ΠΑΣΟΚ, που υπήρχε από τη δεκαετία του 1980.
Από τα «επίµαχα» της αναθεώρησης ήταν το άρθρο 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών. Η διάταξη ψηφίστηκε µόνο από Ν.∆. και ΠΑΣΟΚ και ήταν αυστηρότερη σε σχέση µε την προηγούµενη. Ακόµη θεσπίστηκε η απαγόρευση άσκησης επαγγέλµατος από τους βουλευτές, η οποία αποδείχθηκε προβληµατική και αναποτελεσµατική.
Έτσι το επαγγελµατικό ασυµβίβαστο των βουλευτών αφαιρέθηκε στην αµέσως επόµενη αναθεώρηση που έγινε το 2008. «Μεγάλες ανατροπές µε το Σύνταγµα, στην… ανεργία βγαίνουν οι βουλευτές» έγραφε η «Α».
Κυριακάτικη Απογευματινή









